Η εικόνα της Ανάστασης

Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
Οι εικόνες δεν είναι διακοσμητικά αντικείμενα στην Εκκλησία. Εκφράζουν, όπως και οι ύμνοι, τη διδασκαλία της Εκκλησίας. Οι εικόνες είναι τα βιβλία των αγραμμάτων, γράφει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός. Ο γραμματισμένος διαβάζει τα βιβλία και μαθαίνει για την πίστη του , ο αγράμματος βλέπει τις εικόνες και μαθαίνει , του προκαλείται η περιέργεια , ρωτάει και μαθαίνει.
Ο Χριστός κατεβαίνει με φόρα στον Άδη, αφού το ιμάτιό του κυματίζει προς τα επάνω, κρατώντας στο ένα χέρι τον σταυρό , το τρόπαιο της νίκης του. Όπως λέει ο Απόστολος Παύλος στην Προς Κολοσσαείς επιστολή του, «απεκδυσάμενος τας αρχάς και τας εξουσίας εδειγμάτισεν εν παρρησία θριαμβεύσας αυτούς εν αυτώ. » Κολ. 2,15. Δηλαδή αφαίρεσε την δύναμη που είχαν οι δαιμονικές αρχές και εξουσίες και τις διαπόμπεψε , σέρνοντάς τες νικημένες στο θρίαμβο του σταυρού του.
Ο Χριστός βρίσκεται μέσα σε ωοειδή δόξα , όλα δε είναι γεμάτα με φως . « Νυν πάντα πεπλήρωται φωτός ουρανός τε και γη και τα καταχθόνια » , σύμφωνα με τον ύμνο του Πάσχα. Ο Άδης εικονίζεται σαν ένα σκοτεινό σπήλαιο κάτω από τα πόδια του Χριστού. Ο Χριστός έχει εισβάλει στο βασίλειο του Άδη και το έχει διαλύσει.
Τα θυρόφυλλα της πύλης του Άδη τα έχει πετάξει κάτω και πατά πάνω τους. Όλος ο χώρος είναι γεμάτος κλειδαριές, μεντεσέδες, καρφιά και σύρτες. Τον ίδιο τον Άδη, ο οποίος προσωποποιείται , τον έχει συλλάβει και τον έχει δέσει χειροπόδαρα και κείται κάτω από τα πόδια του Χριστού στο σκοτεινό του σπήλαιο. Ο Χριστός στο ένα του χέρι είπαμε κρατά τον Σταυρό, το τρόπαιο της νίκης του. Με το άλλο χέρι τραβά μέσα από τον άδη μια γηραλέα ανδρική μορφή . Είναι χαρακτηριστικό πως τον κρατά από τον καρπό και όχι από την παλάμη, πράγμα που σημαίνει πως η ανδρική αυτή μορφή δε μπορεί να καταβάλει καμία προσπάθεια . Αυτός είναι ο Αδάμ. Ο Χριστός ανιστά παγγενή τον Αδάμ. Σε κάποιες άλλες εικόνες ο Χριστός δεν κρατά σταυρό αλλά με το ένα χέρι τραβά τον Αδάμ και με το άλλο την Εύα, δηλαδή ολόκληρο το ανθρώπινο γένος.
Γύρω τώρα ζωγραφίζονται και άλλες μορφές, άλλοτε λιγότερες και άλλοτε περισσότερες, ανάλογα με τον χώρο που έχει ο αγιογράφος. Κυρίαρχη πάντως μορφή είναι του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου ο οποίος δείχνει τον Χριστό στις ψυχές των κεκοιμημένων, όπως τον έδειξε και στους ζωντανούς . Λέμε χαρακτηριστικά στο απολυτίκιό του «…χαίρων ευηγγελίσσω και τοις εν Άδη Θεόν φανερωθέντα εν σαρκί….».
Άλλες μορφές είναι οι προπάτορες του Χριστού Δαυίδ και Σολομών , που μοιάζουν να συνομιλούν μεταξύ τους ικανοποιημένοι γιατί αυτός τον οποίον προφήτεψαν ήρθε. Και συγκεκριμένα θυμούνται την προφητεία του γεγονότος της Ανάστασης «..προϊδών ελάλησε περί της αναστάσεως του Χριστού ότι ου κατελείφθη η ψυχή αυτού εις άδου ουδέ η σαρξ αυτού είδε διαφθοράν..»Πρ. 2,31 ( Ψαλμ. 15,10) Δηλαδή «..μίλησε προφητικά για την ανάσταση του Χριστού, ο οποίος ούτε εγκαταλείφθηκε στον άδη, ούτε το σώμα του γνώρισε φθορά..»
Μια άλλη μορφή είναι ο δίκαιος Άβελ ο οποίος εικονίζεται ως αγένειος νέος κρατώντας ποιμενικό ραβδί, αφού ήταν βοσκός. Εικονίζονται και άλλες μορφές ανάλογα είπαμε με τον χώρο που διαθέτει ο αγιογράφος.
Στην Α’ επιστολή Πέτρου διαβάζουμε «…εν ω και τοις εν φυλακή πνεύμασι πορευθείς εκήρυξεν…» (Α’ Πέτρου 3,19 ) και « εις τούτο γαρ και νεκροίς ευηγγελίσθη …» ( Α’ Πέτρου 4, 6 ). Δηλαδή « ..γι’ αυτό πήγε και κήρυξε στις φυλακισμένες στον Άδη ψυχές ..»και «..Γι’ αυτόν τον λόγο άλλωστε ο Χριστός κήρυξε το Ευαγγέλιο και στους νεκρούς..»
Ο Χριστός τις τρεις μέρες που ήταν στον τάφο πήγε και κήρυξε και στους κεκοιμημένους για να μην υστερούν και αυτοί απέναντι στους ζωντανούς.
Ο Χριστός βέβαια ως Θεός ήταν συγχρόνως και στον τάφο με το σώμα του , στον άδη με την ψυχή του , στον Παράδεισο με τον ληστή και στο θρόνο του με τον Πατέρα και το Άγιον Πνεύμα . « ..εν τάφω σωματικώς, εν Άδου δε μετά ψυχής ως Θεός, εν Παραδείσω μετά ληστού και εν θρόνω υπήρχες Χριστέ μετά Πατρός και Πνεύματος πάντα πληρών ο απερίγραπτος.»
Τώρα θ’ αναρωτηθεί κανείς : και ποιο ήταν το αποτέλεσμα του κηρύγματος του Χριστού στον Άδη ;
Η Καινή Διαθήκη μας απαντάει . «.. Και τα μνημεία ανεώχθησαν και πολλά σώματα των κεκοιμημένων αγίων ηγέρθη και εξελθόντες εκ των μνημείων μετά την έγερσιν αυτού εισήλθον εις την αγίαν πόλιν και ενεφανίσθησαν πολλοίς..» ( Ματθ. 27, 52-53) «…Έσπασαν οι ταφόπλακες κι άνοιξαν τα μνήματα και πολλοί άγιοι που είχαν πεθάνει αναστήθηκαν και βγήκαν από τα μνήματα και μετά την ανάστασή Του ( του Χριστού) μπήκαν στην αγία πόλη ( Ιερουσαλήμ) και εμφανίστηκαν σε πολλούς ανθρώπους » .
Βλέπουμε λοιπόν ότι η εικόνα αυτή είναι ο ύμνος « Χριστός ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας και τοις εν τοις μνήμασιν ζωήν χαρισάμενος» ζωγραφισμένος.
Ο Χριστός όμως δεν σταματάει εδώ . Όπως στο πρόσωπο του Χριστού συνανίσταται η πεσμένη ανθρώπινη φύση έτσι και στην Ανάληψή Του αναλαμβάνεται ο Θεός και ο άνθρωπος. Ως Θεός βέβαια δεν χρειαζόταν να αναληφθεί , ήταν πάντα « εν τοις κόλποις του Πατρός » στην αγκαλιά του πατέρα. Στο πρόσωπο του Χριστού αναλαμβάνεται η ανθρώπινη φύση, ο άνθρωπος ο οποίος συγκάθεται και συμβασιλεύει με τον Πατέρα και το Άγιον Πνεύμα. Για να ολοκληρωθεί δε ο κύκλος, ο Χριστός, όπως αναστήθηκε ως άνθρωπος με σάρκα, έτσι και θα έλθει και στη Δευτέρα παρουσία Καθηγητής   Ευάγγελος Κονταξής

Πιο αναλυτική ερμηνεία της εικονικής παράστασης της Ανάστασης 

Η εικόνα της Αναστάσεως στην ορθόδοξη Εκκλησία έχει δύο τύπους: Ο ένας είναι η κάθοδος του Χριστού στον Άδη, ο δεύτερος εικονογραφικός τύπος είναι εκείνος που εικονίζει άλλοτε τον Πέτρο και τον Ιωάννη στο κενό Μνημείο και άλλοτε τον άγγελο που «επί τον λίθο καθήμενος» εμφανίστηκε στις Μυροφόρες.Αργότερα η εικόνα της Αναστάσεως του τύπου αυτού πλουτίστηκε με τις σκηνές της εμφάνισης του Χριστού στη Μαρία Μαγδαληνή (το «Μη μου άπτου») και στις δύο Μαρίες (το «Χαίρε των Μυροφόρων»). Ο Λεωνίδας Ουσπένσκη γράφει σχετικά: «Οι δύο αυτές συνθέσεις χρησιμοποιούνται στην Ορθόδοξη Εκκλησία ως εικόνες της Αναστάσεως. Στην παραδοσιακή ορθόδοξη αγιογραφία η πραγματική στιγμή της Ανάστασης του Χριστού ουδέποτε απεικονίστηκε. Τόσο τα Ευαγγέλια, όσο και η Παράδοση της Εκκλησίας, σιγούν για τη στιγμή αυτή και δε λένε πως ο Χριστός αναστήθηκε, πράγμα που δεν κάνουν για την Έγερση του Λαζάρου. Ούτε η εικόνα δείχνει αυτό. »Η σιγή αυτή εκφράζει καθαρά τη διαφορά που υπάρχει μεταξύ των δύο γεγονότων. Η Έγερση του Λαζάρου ήταν ένα θαύμα, το οποίο μπορούσαν όλοι να κατανοήσουν, ενώ η Ανάσταση του Χριστού ήταν απρόσιτη σε οποιαδήποτε αντίληψη... Ο ανεξιχνίαστος χαρακτήρας του γεγονότος αυτού για τον ανθρώπινο νου και συνεπώς το αδύνατο της απεικόνισής του είναι ο λόγος που απουσιάζουν εικόνες αυτής ταύτης της Αναστάσεως. Γι’ αυτό στην Ορθόδοξη εικονογραφία υπάρχουν δύο εικόνες, που αντιστοιχούν στη σημασία του γεγονότος αυτού και που συμπληρώνουν η μία την άλλη. Η μία είναι συμβολική παράσταση. Απεικονίζει τη στιγμή που προηγήθηκε της θεόσωμης Ανάστασης του Χριστού – την Κάθοδο στον Άδη, η άλλη τη στιγμή που ακολούθησε την Ανάσταση του Σώματος του Χριστού, την ιστορική επίσκεψη των Μυροφόρων στον Τάφο του Χριστού».
Τα παραπάνω συμφωνούν και με τα αναστάσιμα τροπάρια της Εκκλησίας μας, που υπογραμμίζουν το ανεξιχνίαστο μυστήριο της Αναστάσεως και το παραλληλίζουν με τη Γέννηση του Κυρίου από την Παρθένο και την εμφάνισή του στους μαθητές μετά την Ανάσταση («Προήλθες εκ του μνήματος, καθώς ετέχθης εκ της Θεοτόκου». «Ώσπερ εξήλθες εσφραγισμένου του τάφου, ούτως εισήλθες και των θυρών κεκλεισμένων προς τους μαθητάς σου»).
Εκτός από τους παραπάνω δύο τύπους της Αναστάσεως, συναντάμε στους ναούς μας κι άλλο τύπο: αυτόν που δείχνει το Χριστό γυμνό, μ’ ένα μανδύα ριγμένο, πάνω του να βγαίνει από τον Τάφο κρατώντας κόκκινη σημαία. Η εικόνα αυτή δεν είναι ορθόδοξη, αλλά δυτική. Επικράτησε στην Ανατολή, όταν η ορθόδοξη αγιογραφία αποκόπηκε από τις ρίζες της, τη βυζαντινή παράδοση, λόγω της επικράτησης της ζωγραφικής της Αναγέννησης. Υποστηρίχθηκε πως «η μεγάλη προτίμηση για την δυτικότροπη απόδοση της Αναστάσεως οφείλεται, μεταξύ των άλλων, και στην επίδραση των προσκυνητών των Αγίων Τόπων, γιατί πάνω από την είσοδο του Παναγίου Τάφου βρισκόταν παρόμοια (δυτικότροπη) εικόνα της Αναστάσεως, που, αντιγραφόμενη στα διάφορα ενθύμια των προσκυνητών, έγινε υπόδειγμα για πολλούς ζωγράφους. Ώστε μπορούμε να πούμε πως, ο συγκεκριμένος εικονογραφικός τύπος, διαδόθηκε τόσο από τη δυτική τέχνη, όσο και απ’ τους Αγίους Τόπους» (Εικόνες της κρητικής τέχνης... σ. 357).

Παρακάτω θα παρουσιάσουμε και θα αναλύσουμε την εικόνα της Αναστάσεως, που λέγεται και «Η εις Άδου Κάθοδος, γιατί είναι η γνήσια εικών της Αναστάσεως, ην παρέδωσαν ημίν οι παλαιοί αγιογράφοι, σύμφωνος με την υμνωδίαν της Εκκλησίας μας. Εκφράζει δε δια της ζωγραφικής όσα ιερά και συμβολικά νοήματα εκφράζει ιδία το πασίγνωστον και υπό πάντων ψαλλόμενον, από παίδων έως γερόντων, τροπάριον, «Χριστός ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας και τοις εν τοις μνήμασι ζωήν χαρισάμενος» (Φ. Κόντογλου).

Περιγραφή της εικόνας
Στη βάση της εικόνας ανάμεσα σε απότομους βράχους, ανοίγεται μια σκοτεινή άβυσσος. Διακρίνουμε τις μαρμάρινες σαρκοφάγους, τις πύλες της κολάσεως με τις σκόρπιες κλειδαριές, καρφιά και κλείθρα, καθώς και τις μορφές του σατανά και του Άδη με τα φοβισμένα πρόσωπα και τα γυάλινα μάτια. Είναι τα «κατώτατα της γης», «τα ταμεία του Άδου», όπου κατέβηκε ο Κύριος για να κηρύξει τη σωτηρία «τοις απ’ αιώνος εκεί καθεύδουσι».

Πάνω από το σπήλαιο, στο κέντρο της εικόνας, προβάλλει ο νικητής του θανάτου, ο Χριστός. Ο φωτοστέφανος της κεφαλής του, τα χρυσοκόκκινα ιμάτιά του που ακτινοβολούν, και η θριαμβευτική όψη του προσώπου του εναρμονίζονται πλήρως με το δίστιχο της πασχαλινής ακολουθίας: 

Χριστός κατελθών προς πάλην άδου μόνος, 
Λαβών ανήλθε πολλά της νίκης σκύλα (=λάφυρα).
Ο Χριστός επιστρέφει τροπαιούχος από τη μάχη του με τον άδη κρατώντας τα πρώτα λάφυρα της νίκης. Είναι ο Αδάμ που τον κρατάει από το χέρι, ενώ εκείνος γονατιστός τον κοιτάζει ευχαριστιακά. Πίσω του η Εύα με κατακόκκινο μαφόριο και κοντά της οι δίκαιοι, που περίμεναν με πίστη την έλευση του Λυτρωτή. Ανάμεσά τους ο Άβελ που πρώτος γεύτηκε τον θάνατο. Στην αριστερή πλευρά εικονίζονται οι βασιλείς και οι προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης Δαβίδ, Σολομών, Μωυσής, Πρόδρομος κ.ά. Όλοι αυτοί αναγνώρισαν το Λυτρωτή όταν κατέβηκε στον άδη και προετοίμασαν το κήρυγμά του, ώστε να βρει ανταπόκριση στις ψυχές των κεκοιμημένων.
Σε μερικές εικόνες η παράσταση του τροπαιούχου Κυρίου είναι πιο εκφραστική, γιατί σ’ αυτές ο Κύριος κρατάει στο χέρι του το ζωηφόρο Σταυρό, της ευσεβείας το «αήττητον τρόπαιον», με τον οποίο καταργήθηκε η δύναμη και το κράτος του θανάτου.
Αλλού έχουμε στο επάνω μέρος της εικόνας δύο αγγέλους που κρατούν στα χέρια τους τα σύμβολα του Πάθους και στο σπήλαιο το θάνατο να παριστάνεται με γέροντα αλυσοδεμένο. Είναι δεμένος από τους αγγέλους με τα ίδια δεσμά, με τα οποία είχε δέσμιο και υποχείριο το γένος των ανθρώπων.
Την παράσταση κλείνουν δύο γκρίζοι βράχοι με επίπεδους εξώστες και οι επιγραφές:
Η ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ
ΙΣ ΧΣ
Ωραία παρατηρήθηκε, πως «η σύνθεση της εικόνας είναι βαθιά μελετημένη, ακόμα και στις μικρότερες λεπτομέρειές της. Όλα, από το σχήμα των βράχων στο δεύτερο επίπεδο ως και τις αναλογίες των χρωμάτων, περιέχουν ένα βαθύτερο νόημα και υπακούουν σ’ ένα γενικό σχέδιο. Η εικαστική απεικόνιση του απόκρυφου κειμένου αποκτά συμβολικό χαρακτήρα. Ταυτόχρονα, όμως, δεν χάνεται η σχέση με τα συγκεκριμένα επεισόδια του κειμένου» (Εικόνες της κρητικής τέχνης..., σ. 327).
 
Από το βιβλίο
«Ο Μυστικός Κόσμος των Βυζαντινών Εικόνων»
Χρήστου Γ. Γκότση  Εκδ. Αποστολική Διακονία