Η εικόνα της Ανάστασης

Οι εικόνες δεν είναι διακοσμητικά αντικείμενα στην Εκκλησία. Εκφράζουν, όπως και οι ύμνοι, τη διδα...

Θεία Λειτουργία στα αγγλικά

Θεία Λειτουργία στα αγγλικά

Η προετοιμασία του Λειτουργού και του προσφόρου

Η ακολουθία της προσκομιδής Γενικά τινα περί της Προσκομιδής Η ιερά τελετή της Προσκομιδής τελείται ιδιαιτέρως υπό του λειτουργού ιερέως,...

Καταστροφικές λατρείες

Ναι μεν έχουμε ανεξιθρησκεία, όμως οι "Καταστροφικές λατρείες" δεν είναι μια θρησκεία.Γιατί; Σκεφτήτε λίγο αν ξέρετε κάποια γεγον...

Κύπρος η Νήσος Αγίων

Go to Blogger edit html and find these sentences.Now replace these sentences with your own descriptions.

5. Η ελευθερία του ανθρώπου στις επιλογές και τις πράξεις του.(σελ.42-49)

5. Η ελευθερία του ανθρώπου στις επιλογές και τις πράξεις του.(σελ.42-49)
1.Είναι ή όχι ελεύθερος ο άνθρωπος; Εξηγήστε. Ορισμός της Ελευθερίας.
2.Τι είναι η ετεραρχία=ετερονομία και τι η αυταρχία=αυτονομία;
3.Ποια είναι η σχέση προσωπικής ελευθερίας και κοινωνικής δέσμευσης;
4.Η ελευθερία έχει όρια τους άλλους. Εξηγήστε.
5.Για το Θεό αγάπη και ελευθερία “ταυτίζονται”.
6.Πώς ο χριστιανός είναι πάνω από τους νόμους;
7.Γιατί η “δουλεία” στο Χριστό είναι η μόνη αληθινή ελευθερία; Γιατί ο “ποιών την αμαρτία, δούλος εστί της αμαρτίας”;
8. “Θέλει αρετήν και τόλμην η ελευθερία”; (ποιος το είπε;) Τι σημαίνει ο αγώνας για την ελευθερία;
9. “ Ελευθερία ή Θάνατος ”. Γιατί όλοι οι ΑΘ θέλουν την ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ;
10. Τι είναι η πολιτική ελευθερία;
11. Ποια είναι η σχέση πίστης, ελευθερίας και αγάπης;
ΕΡΓΑΣΙΑ:
α) Ποια είναι η προσωπική σας γνώμη για την ελευθερία; ( Με αναφορά στις σχέσεις γονέων και παιδιών ).
β) Αναφέρετε πρόσωπα που να έχουν αδούλωτο φρόνημα, ώστε να τους μιμούμαστε.( γραπτώς )
Βιβλιογραφία:
1.Πειθαρχία και ελευθερία (δοκίμια) Εριχ Φρομ. 2.Ελευθερία,(αγιογραφικά χωρία για την ελευθερία) 3.Πάθη και αρετές, Γ. Καλπούζου.
Βρέστε κείμενα που μιλούν για την ελευθερία.(εσωτερική-εξωτερική)
Ένας ελεύθερος φυλακισμένος = απ. Παύλος. Τι σας λέει;
Ελεύθερος είναι ο άσχετος;  Ελεύθερος =ο υπεύθυνος! Εξηγήστε.
«Το εύδαιμον το ελεύθερον και το ελεύθερον το εύψυχον». Θουκιδίδης, Επιτάφιος Περικλή.
Μπορεί να υπάρχει απόλυτη ανεξαρτησία; (από νερό, αέρα κλπ) Ποια είναι η αληθινή εξάρτηση που διασφαλίζει την αληθινή ελευθερία; (δούλος Χριστού- υπακοή στο θέλημά του)
Η θεληματική παραίτηση από δικαιώματα, η αυτοθυσία, ο αυτοεγκλεισμός (άγιος Νεόφυτος ο έγκλειστος) είναι πράξεις ανελευθερίας ή αγάπης;

Λειτουργία Αποστολικών Διαταγών

Λειτουργία Ιακώβου Αδελφοθέου(ζωντανή)
Προηγιασμένη 


Λειτουργία Αποστολικών Διαταγών


Μαριναλέδα ...και της Βασιλείας αυτού ουκ έσται τέλος



 Σχολιάστε αυτή την κοινωνία...χωρίς αστυνομία και χωρίς παπάδες..Δόξα τω Θεώ.


Ο λειτουργικός χρόνος

Η Θεία Λειτουργία ...στον ουρανό και στη γη ταυτόχρονα!!!
Σήμερον γεννάται...
Σήμερον κρεμμάται...επί ξύλου...
Πώς μπορούμε να το καταλάβουμε?
ο κ. καθηγητής φυσικής προσπαθεί να μας το  εξηγήσει, όμως στα θεολογικά δεν νομίζω  να είναι απόλυτα εν τάξει.
Το φωτόνιο μας εξηγεί πολλά που συμβαίνουν, αλλά είναι  πάλι, στο τέλος ανορθόδοξα. Προσοχή!


προσοχή λοιπόν!!!                          


 και φυσικά δεν ισχύει η "ιστορία του σπηλαίου" του Πλάτωνα, 
ούτε το matrix

Για τον Αληθινό Θεό-την αγία Τριάδα

Το μάθημα βρίσκεται αναρτημένο τον Οκτώβριο του 12 και σχετικό υλικό. Φέτος μπορούμε να επεκταθούμε και σε άλλα σημεία.
 Ο άγιος Σπυρίδων και το τριαδικό δόγμα. Βρίσκεται βέβαια στην Κέρκυρα το ολόσωμο  άφθαρτο σκήνωμά του, μετά από μεγάλη περιπέτεια.... αλλά πατρίδα του παραμένει η Κύπρος.
.

Στο 15ο λεπτό της ταινίας μιλά για το θαύμα με το κεραμίδι

Πώς ταξιδεύει η προσευχή....

Τα δεχόμαστε όλα?
τι είναι ολόγραμμα;


Η γλώσσα της Θείας Λειτουργίας


Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ

Επιστήμη και θρησκεία

όλη η ομιλία
και εδώ ένα κομμάτι  της με τίτλο "πόλεμος και ειρήνη"
τα σχόλια σας!!!

Ποιος γιορτάζει σήμερα;

Οἱ ἅγιοι ἔνδοξοι μάρτυρες τοῦ Χριστοῦ Κυπριανὸς καὶ Ἰουστίνη ἔζησαν στὴ μεγαλόπολη Ἀντιόχεια, μᾶλλον τῆς Πισιδίας(στὴ Μικρὰ Ἀσία), παρὰ στὴν ὁμώνυμη πρωτεύουσα τῆς ἀνατολικῆς αὐτοκρατορίας (τὴν Ἀντιόχεια ἐπὶ τοῦ Ὀρόντη ποταμοῦ), καὶ ἄκμασαν κατὰ τὸν 3ο αἰῶνα μ.Χ. Καὶ ὁ μὲν Κυπριανὸς ἦταν ἀπὸ πλούσια καὶ ἀρχοντικὴ οἰκογένεια καὶ ἄκρως καταρτισμένος στὴ φιλοσοφία, βυθισμένος ὅμως στὴν πλάνη τῆς εἰδωλολατρίας καὶ ἔκδοτος στὴν τέχνη τῆς μαγείας. Ἡ Ἰουστίνη, ὀνομαζόμενη ἀρχικὰ Ἰοῦστα, ἦταν νεαρὴ παρθένος μὲ ἐξαίσιο φυσικὸ κάλλος, κόρη ἑνὸς ἱερέα τῶν εἰδώλων, ὀνομαζομένου Αἰδεσίου.
Ἀκούγοντας κάποια μέρα ἡ Ἰοῦστα τὸ εὐαγγελικό κήρυγμα τοῦ διακόνου Πραϋλίου, φλογεροῦ χριστιανοῦ ἱεραποστόλου, ἐπειδὴ τύγχανε καλῆς προαίρεσης, ἄνοιξαν μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς της καὶ πίστευσε ὁλόψυχα στὸν Χριστό.Ἡ πίστη καὶ ἡ ἀγάπη της πρὸς τὸν Θεὸ τὴ μεταμόρφωσαν σὲ τέτοιο βαθμό, ὥστε ὁδήγησε στὸν Χριστὸ τὴ μητέρα της, ἡ ὁποία μὲ τὴ σειρά της ἔπεισε τὸν σύζυγό της νὰ πιστεύσει στὸν ἀληθινὸ Θεό· καὶ ἔτσι πῆγαν καὶ οἱ τρεῖς στὸν ἐπίσκοπο Ὀπτάτιο καὶ ζήτησαν νὰ βαπτισθοῦν. Στὴ συνέχεια, ἡ Ἰοῦστα ἀποφάσισε νὰ ἀφιερώσει πλήρως τὸν ἑαυτό της στὸν Κύριο καὶ νὰ περάσει τὸν ὑπόλοιπό της βίο μὲ παρθενία,  νηστεία καὶ προσευχή.
Ὁ περίφημος μάγος καὶ εἰδωλολάτρης Κυπριανός ὁδηγήθηκε κατόπιν στὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ κι αὐτός, μὲ τὸν ἀκόλουθο τρόπο. Ἕνας νεαρὸς εἰδωλολάτρης, ὀνόματι Ἀγλαΐδας, ἐρωτεύθηκε σφοδρὰ τὴν Ἰοῦστα. Ἐπειδὴ ὅμως ὅλες του οἱ ἀπόπειρες νὰ ἑλκύσει στὴν ἀγάπη του τὴ νέα ἀποκρούονταν, ἀπελπισμένος, στράφηκε στὸν Κυπριανό, ζητώντας του ν᾽ ἀνάψει στὴν καρδιὰ τῆς Ἰούστας μὲ τὶς  ἐνέργειες τῆς μαγικῆς του τέχνης τὸν ἔρωτα πρὸς αὐτόν. Ἀφοῦ λοιπὸν μελέτησε τὰ βιβλία του, ὁ Κυπριανὸς ἐπικαλέσθηκε τὰ δαιμόνια, τὶς ὑπηρεσίες τῶν ὁποίων εἶχε ἐξασφαλίσει. Τίποτα ὅμως δὲν στάθηκε δυνατὸ νὰ προκαλέσει ἁμαρτωλὸ πόθο στὴν κόρη. Τόσο ἔνθερμος ἦταν ὁ ἔρωτάς της γιὰ τὸν οὐράνιο Νυμφίο καὶ τόσο πύρινη ἡ προσευχή της πρὸς αὐτόν! Τρεῖς φορὲς ἔστειλε τὰ δαιμόνια στὴν Ἰοῦστα ὁ Κυπριανός, μὰ καὶ τὶς τρεῖς φορὲς ἡττήθηκαν ἀπὸ τὴν παντοδύναμη  χάρη τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸ ἀήττητο ὅπλο τοῦ σημείου τοῦ σταυροῦ, μὲ τὸ ὁποῖο σφράγιζε τὸν ἑαυτό της ἡ ἁγία παρθένος. Ἀναγνώρισε τότε ὁ Κυπριανός, ὅτι ἡ πίστη τῶν χριστιανῶν ἦταν πιὸ δυνατὴ ἀπ’ ὅλα τὰ ἔργα τῆς δαιμονικῆς του τέχνης. Πίστεψε κι ἐκεῖνος στὸν Χριστό, πῆγε στὸν ἐπίσκοπο Ἄνθιμο καὶ βαπτίσθηκε, ἐγκατέλειψε τὴ σκοτεινή τέχνη του κι ἔκαψε δημοσίως τὰ βιβλία τῆς μαγείας. Στὴ συνέχεια, χειροτονήθηκε βαθμηδὸν διάκονος, πρεσβύτερος καί, τέλος, ἐπίσκοπος, σὲ διαδοχὴ τοῦ ἐπισκόπου τῆς Ἀντιόχειας  Ἀνθίμου, καὶ χειροτόνησε τὴν Ἰοῦστα διακόνισσα τῆς Ἐκκλησίας, δίδοντάς της τὸ ὄνομα Ἰουστίνα. Κατὰ τὸν τελευταῖο μεγάλο διωγμὸ τῶν αὐτοκρατόρων Διοκλητιανοῦ καὶ Μαξιμιανοῦ (285-305), τοὺς συνέλαβαν καὶ τοὺς δύο καὶ τοὺς πῆγαν στὴ Δαμασκό, γιὰ νὰ τοὺς ὑποβάλουν σὲ βασανιστήρια. Τοὺς μετέφεραν κατόπιν στὴ Νικομήδεια τῆς Βιθυνίας, ὅπου, μὲ διαταγὴ τοῦ αὐτοκράτορος Διοκλητιανοῦ ἀποκεφαλίσθηκαν περὶ τὸ ἔτος 304. Τὰ τίμιά τους λείψανα, σύμφωνα μὲ τὰ ἀρχαῖα συναξάριά τους, μεταφέρθηκαν στὴν πρωτεύουσα Ρώμη ἀπὸ παρατυχόντες Ρωμαίους ταξιδιῶτες. Ἀργότερα ὅμως, ὅπως ἔγινε καὶ σὲ ἄλλες περιπτώσεις (ὅπως μὲ τὰ λείψανα τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου, ποὺ μεταφέρθηκαν κατόπιν ἀπὸ τὴ Ρώμη στὴν Ἀντιόχεια τῆς Συρίας), φαίνεται ὅτι τὰ ἅγια αὐτὰ λείψανα ἐπαναπατρίζονται, εἴτε στὴν Ἀντιόχεια τῆς Πισιδίας, εἴτε στὴν ὁμώνυμη μεγαλούπολη τῆς Συρίας.
Ἡ ἰδιαίτερη τιμὴ τῶν ἁγίων Κυπριανοῦ καὶ Ἰουστίνης στὴν Κύπρο ἔχει τὶς ἀπαρχές της πιθανώτατα στὸν 13ο αἰῶνα: Τὰ ἱερά τους λείψανα, ποὺ βρίσκονταν τότε στὴν Ἀντιόχεια τῆς Συρίας, ἕνεκα τῆς προέλασης τῶν Μαμελούκων καὶ πρὶν τὴν τελικὴ πτώση τῆς Ἀντιόχειας σ᾽ αὐτούς, μεταφέρονται γιὰ ἀσφάλεια στὴν Κύπρο ἀπὸ πρόσφυγες Ἀντιοχεῖς, καὶ κατατίθενται σὲ προϋπάρχοντα βυζαντινὸ ναὸ στὸ χωριὸ Μένικο τῆς Μητροπόλεως
Μόρφου, σύμφωνα μὲ τὴ μαρτυρία τοῦ γνωστοῦ τοπικοῦ μεσαιωνικοῦ χρονογράφου Λεοντίου Μαχαιρᾶ (15ος αἰῶνας). Ὁ Μαχαιρᾶς ἀναφέρεται περαιτέρω καὶ στὰ πολλὰ θαύματα, ἰδίως στὶς θεραπεῖες ὀφθαλμικῶν παθήσεων καὶ πυρέξεων (ἐμπύρετης ἐλονοσίας), ποὺ ἐνεργοῦσαν οἱ Ἅγιοι, καὶ ὅτι ὁ Φρᾶγκος βασιλιὰς Πέτρος Α´ Λουζινιανὸς (1359-1369), ἐπειδὴ εἶχε θεραπευθεῖ ἀπὸ  τοὺς ἁγίους, πίνοντας ἀπὸ θαυματουργό τους ἁγίασμα, κρήμνισε τὸν προγενέστερο μικρότερο βυζαντινὸ ναὸ καὶ ἔκτισε μεγάλη ἐκκλησία στὸν ἴδιο χῶρο πρὸς τιμή τους,  ἐπαργυρώνοντας καὶ τὶς κάρες τους. Ἡ σπουδαιότατη αὐτὴ μαρτυρία τοῦ Λεοντίου Μαχαιρᾶ, ὅπως καταγράφεται στὸ περίφημό του Χρονικὸν (ἔκδ. R. M. Dawkins, Recital concerning the Sweet Land of Cyprus entitled ‘Chronicle’, Oxford 1932, Vol. I, § 39, σελ. 38), ἔχει ἐπὶ λέξει ὡς ἑξῆς:
«Ἀκόμη εὑρίσκουνται εἰς τὴν Κύπρον οἱ δύο κεφαλάδες τοῦ ἁγίου Κυπριανοῦ καὶ Ἰουστίνης, οἱ ()ποῖοι ἐμαρτυρῆσαν εἰς τὴν Ἀντιόχειαν, καὶ εἰς τὴν κάκωσιν τῆς Συρίας ἐφέραν τες εἰς τὴν Κύπρον καὶ ἐβάλαν τες εἰς ἕναν ἐκκλησούδιν εἰς τὸ Μένικον. Καὶ εἰς τὸ πλευρὸν τοῦ Βημάτου (Ἱεροῦ Βήματος) πρὸς τὸν νότον ἔχει λάκκον, ὅπου πολομᾷ (ἐνεργεῖ) μεγάλες ἴασες εἰς γαρισούραν καὶ εἰς τὰς πύρεξες. Καὶ εἰς τὸν καιρὸν τοῦ ρὲ Πιὲρ τοῦ μεγάλου εἶχεν τὴν καρτάναν (ἑλώδης πυρετὸς-πανούκλα) καὶ δὲν ἠμπόρεσεν ναὔρῃ ὑγείαν· τινὲς εἶπάν του διὰ τὸν ἅγιον Κυπριανὸν καὶ Ἰουστίναν, ὅπου εἶνε εἰς τὸ Μένικον κοντὰ τοῦ Ἀκακίου (κοντὰ στὸ χωρι
Ἀκάκι ()ποῖος ἦρτεν καὶ ᾽προποτίστην (ἤπιε ἀπὸ τὸ ἁγίασμα)καὶ παραῦθα (ἀμέσως) ἐγίανεν· εἶνε ἀλήθεια ὅτι τὸ νερὸν εἶνε πολλὰ γλυφὸν καὶ κακόποτον, ἀμμὲ θαυμαστὸν εἰς ἰατρείαν· καὶ ὥρισεν καὶ ἐποῖκαν (κατασκεύασαν) ἐκκλησίανἀποὺ γῆς καὶ ἀργύρωσεν τὰς β´κεφαλάς, καὶ εἰς τὴν κορυφὴν ἀφῆκεν τόπον μὲ πόρτες νὰ προσκυνοῦν τὰ λείψανα

Τὰ ἅγια  αὐτὰ λείψανα φυλάσσονται μέχρι σήμερα στὸν ὁμώνυμό τους ναὸ αὐτὸ στὸ Μένικο, ποὺ κτίσθηκε τὸ ἔτος 1846 στὴ θέση τοῦ πιὸ πάνω μεσαιωνικοῦ κτίσματος τοῦ βασιλιᾶ Πέτρου Α´Λουζινιανοῦ. Ἐδῶ συντρέχουν ὁλόχρονα πλήθη πιστῶν, ὄχι μόνο Κυπρίων, μὰ καὶ ἀπὸ ἄλλες χῶρες, ἰδιαίτερα Ρώσων, γιὰ νὰ προσκυνήσουν, καὶ νὰ πάρουν ἀπὸ τὸ  θαυματουργὸ ἁγίασμα τῶν ἁγίων. Καὶ οἱ περιώνυμοι ἅγιοι Κυπριανὸς καὶ Ἰουστίνη, ἀνταποκρινόμενοι ἄμεσα στὸν ἀνθρώπινο πόνο καὶ τὶς θλίψεις αὐτῶν, ποὺ προσέρχονται μὲ πίστη θερμὴ σ᾽ αὐτούς, παρέχουν ἀφθονοπάροχα τὴ χάρη τῶν ἰάσεων καὶ συνεχίζουν νὰ ἐνεργοῦν πλεῖστα ὅσα θαύματα.

Ἡ μνήμη τους τελεῖται στὶς 2 Ὀκτωβρίου, ὁπόταν λαμβάνει χώραν μέγιστη πανήγυρη, μὲ ἀθρόα προσέλευση πιστῶν.


ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΜΕΤΑΛΗΨΕΩΣ

ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΜΕΤΑΛΗΨΕΩΣ

Εἰσαγωγὴ - Κείμενο - Μετάφραση
(Μετάφραση: Εὐάγγελος Γ. Καρακοβούνης)

[ΑΠΟΔΕΙΠΝΟΝ] [ΕΠΑΥΡΙΟΝ] [ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ]


ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ἡ θεία Εὐχαριστία εἶναι τὸ Μυστήριο τοῦ μεγάλου καὶ Μυστικοῦ Δείπνου, ποὺ ἵδρυσε καὶ τέλεσε πρῶτος ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς στὸ ὑπερῶο τῆς Ἱερουσαλὴμ τὸ βράδυ τῆς Πέμπτης, πρὶν ἀπὸ τὴν ἔναρξη τοῦ ἑβραϊκοῦ Πάσχα (Παρασκευή). Αὐτὸ τὸ Μυστήριο παρέδωσε ὁ Κύριος στὴν Ἐκκλησία Του γιὰ νὰ τελεσιουργεῖται σὲ κάθε θεία Λειτουργία.
Ὡς Μυστήριο ἡ θεία Εὐχαριστία ἔχει τὴν ἔννοια ὅτι κάτω ἀπὸ τὰ στοιχεῖα τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ οἴνου, τὰ ὁποῖα ἁγιάζονται μὲ τὴν ἐπίκληση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὑπάρχουν πραγματικὰ τὸ ἄχραντο Σῶμα καὶ τὸ τίμιο Αἷμα τοῦ Χριστοῦ μας. Εἶναι τὸ Σῶμα ποὺ γεννήθηκε, πέθανε στὸ Σταυρό, ἀναστήθηκε ἀπὸ τὸν τάφο καὶ θεωμένο ἀναλήφθηκε ἐν δόξῃ στοὺς οὐρανούς, ὅπου κάθεται «ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρὸς».
Ἡ θεία Εὐχαριστία, ὅμως, εἶναι ταυτόχρονα καὶ θυσία. Εἶναι πραγματική, ἀληθινή, ἀναίμακτη θυσία. Εἶναι ἡ σταυρικὴ θυσία τοῦ Κυρίου στὸ Γολγοθᾶ, ἡ ὁποία ἐπαναλαμβάνεται σὲ κάθε Λειτουργικὴ σύναξή μας «ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς καὶ σωτηρίας».
Ἡ θεία Εὐχαριστία εἶναι Μυστήριο κατεξοχὴν θεοποιητικό. Εἶναι τὸ Μυστήριο τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας. Ἐνῶ στὰ ἄλλα Μυστήρια παρέχεται ἡ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος γιὰ τὸν ἁγιασμὸ τῶν πιστῶν, στὴ θεία Εὐχαριστία παρέχεται ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός, τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα Του, τὰ ὁποῖα μεταλαμβάνοντας οἱ πιστοὶ ἑνώνονται μὲ τὸ Χριστὸ καὶ μεταξύ τους σὲ μιὰ κοινωνία βαθιὰ χριστολογικὴ καὶ ἀνθρωπολογική. Γι᾿ αὐτὸ ἡ θεία Εὐχαριστία εἶναι τὸ κατεξοχὴν Μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας.

* * *

Ἡ Μετάληψη εἶναι ἡ τελευταία, ἡ πιὸ σημαντική, ἡ πιὸ οὐσιαστικὴ πράξη συμμετοχῆς τῶν πιστῶν στὸ Μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας. Τότε ὁλοκληρώνεται τὸ Μυστήριο, ὅταν μεταλαμβάνουμε τοῦ Σώματος καὶ τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, δηλαδὴ ὅταν μετέχουμε τῆς θεότητας τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Προκειμένου ὅμως νὰ προσέλθουμε στὴ θεία Μετάληψη ἀπαραίτητη εἶναι καὶ ἡ σχετικὴ προετοιμασία, ποὺ πρέπει νὰ εἶναι ἀνάλογη μὲ τὴν ἱερότητα τοῦ Μυστηρίου τῆς θείας Εὐχαριστίας. Ὁ πιστὸς πρέπει νὰ ἔχει σαφὴ αἴσθηση τῆς ἱερότητας τῆς θείας Μεταλήψεως. Νὰ πιστεύει ἀπόλυτα ὅτι πρόκειται περὶ τροφῆς μυστηριακῆς, ὅτι κάτω ἀπὸ τὸν ἄρτο καὶ τὸν οἶνο λαμβάνει μέσα του ὁλόκληρο τὸ Χριστό· ὅτι γίνεται χριστοφόρος καὶ θεοφόρος. καὶ γιαυτὸ δὲν πρέπει νὰ προσέρχεται στὴ θεία Μετάληψη ἐπιπόλαια καὶ μηχανικά, ἀπὸ ἁπλὴ συνήθεια, ἀλλὰ νὰ εἶναι ὅσο γίνεται «καθαρὸς» γιὰ νὰ δεχτεῖ μέσα του τὸν Καθαρὸ (τὸ Χριστὸ). Ἡ κατάσταση αὐτὴ ἀφορᾶ στὴν κάθαρση τοῦ ἐσωτερικοῦ κόσμου τοῦ ἀνθρώπου, τὸν «κρυπτὸν τῆς καρδίας ἄνθρωπον», τὴν κάθαρση δηλαδὴ τῆς σκέψης, τῆς ἐπιθυμίας καὶ τῆς βουλήσεως, ἡ ὁποία ἐπιτυγχάνεται μὲ τὸν συνεχὴ ἀγώνα κατὰ τῆς ἁμαρτίας κάτω ἀπὸ τὴν καθοδήγηση τοῦ πνευματικοῦ πατέρα.

* * *

Ἡ ὅλη προετοιμασία γιὰ τὴ θεία Κοινωνία ὁλοκληρώνεται μὲ τὴν Ἀκολουθία τῆς θείας Μεταλήψεως, ἡ ὁποία ἀποτελεῖται ἀπὸ τρία μέρη· τὸν Κανόνα, ποὺ διαβάζεται τὴν παραμονὴ τῆς ἡμέρας κατὰ τὴν ὁποία θὰ κοινωνήσει ὁ πιστός· τὴν κυρίως Ἀκολουθία, μὲ τὶς εὐχές, ποὺ διαβάζεται τὸ πρωί, προτοῦ μεταβοῦμε στὴν ἐκκλησία γιὰ τὴ θεία Λειτουργία· καὶ ἀπὸ τὶς μικρὲς εὐχὲς ποὺ λέγει ὁ λειτουργὸς ἀμέσως πρὸ τῆς θείας Μεταλήψεως.
Κάθε φορά, λοιπόν, ποὺ πρόκειται νὰ μεταλάβουμε τὰ ἄχραντα Μυστήρια, μὲ εὐλάβεια μεγάλη καὶ πόθο ἱερό, μὲ συναίσθηση τῆς ἀνθρώπινης ἀδυναμίας μας ἀλλὰ καὶ ἐλπίδα στὸ ἔλεος καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ μας, ἀπὸ τὸ βράδυ νὰ διαβάζουμε μὲ προσοχὴ καὶ κατάνυξη πολλὴ τὴν Ἀκολουθία τῆς θείας Μεταλήψεως, γιὰ ν᾿ ἀκολουθήσει τὴν ἑπομένη ἡ συμμετοχή μας στὴ Λειτουργικὴ σύναξη καὶ τὴ θεία Μετάληψη τοῦ Σώματος καὶ τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ μας, «εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ εἰς ζωὴν αἰώνιον».
Ε.Γ.Κ.

ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΜΕΤΑΛΗΨΕΩΣ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΤΗΣ ΑΚΟΛΟΥΘΙΑΣ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΜΕΤΑΛΗΨΕΩΣ

ΕΙΣ ΤΟ ΑΠΟΔΕΙΠΝΟΝ

Μέλλων προσελθεῖν τοῖς ἀχράντοις Μυστηρίοις, μετὰ τὴν ἀφ᾿ ἑσπέρας εἰθισμένην Ἀκολουθίαν τοῦ Ἀποδείπνου, ἕως τέλους τοῦ «Πιστεύω εἰς ἕνα Θεόν...», λέγε μετὰ κατανύξεως τὸν παρόντα Κανόνα, οὗ ἡ ἀκροστιχὶς κατ᾿ ἀλφάβητον.
Μέλλων προσελθεῖν τοῖς ἀχράντοις Μυστηρίοις, μετὰ τὴν ἀφ᾿ ἑσπέρας εἰθισμένην Ἀκολουθίαν τοῦ Ἀποδείπνου, ἕως τέλους τοῦ, Πιστεύω εἰς ἕνα Θεόν... λέγε μετὰ κατανύξεως τὸν παρόντα Κανόνα οὗ ἡ Ἀκροστιχὶς κατ᾿ Ἀλφάβητον.

Ο ΚΑΝΩΝ

ᾨδὴ α´. Ἦχος β´. Δεῦτε λαοί.

Ἄρτος ζωῆς αἰωνιζούσης γενέσθω μοι τὸ Σῶμά σου τὸ ἅγιον, εὔσπλαγχνε Κύριε, καὶ τὸ Τίμιον Αἷμα, καὶ νόσων πολυτρόπων ἀλεξητήριον.
Βεβηλωθεὶς ἔργοις ἀτόποις ὁ δείλαιος, τοῦ σοῦ ἀχράντου Σώματος καὶ Θείου Αἵματος ἀνάξιος ὑπάρχω, Χριστέ, τῆς μετουσίας, ἧς με ἀξίωσον.

Θεοτοκίον.

Γῆ ἀγαθή, εὐλογημένη Θεόνυμφε, τὸν στάχυν ἡ βλαστήσασα τὸν ἀγεώργητον καὶ σωτήριον κόσμῳ, ἀξίωσόν με τοῦτον τρώγοντα σώζεσθαι.

ᾨδὴ γ´. Ἐν πέτρᾳ με τῆς πίστεως.

Δακρύων μοι παράσχου, Χριστέ, ῥανίδας, τὸν ῥύπον τῆς καρδίας μου καθαιρούσας, ὡς ἂν εὐσυνειδότως κεκαθαρμένος, πίστει προσέρχωμαι καὶ φόβῳ, Δέσποτα, ἐν τῇ μεταλήψει τῶν θείων δώρων σου.
Εἰς ἄφεσιν γενέσθω μοι τῶν πταισμάτων τὸ ἄχραντόν σου Σῶμα καὶ θεῖον Αἷμα, εἰς Πνεύματος Ἁγίου τε κοινωνίαν καὶ εἰς αἰώνιον ζωήν, Φιλάνθρωπε, καὶ παθῶν καὶ θλίψεων ἀλλοτρίωσιν.

Θεοτοκίον.

Ζωῆς τοῦ Ἄρτου τράπεζα, Παναγία, τοῦ ἄνωθεν δι᾿ ἔλεον καταβάντος, καὶ κόσμῳ καινοτέραν ζωὴν διδόντος, κἀμὲ ἀξίωσον νῦν τὸν ἀνάξιον, μετὰ φόβου γεύσασθαι τούτου καὶ ζήσεσθαι.

ᾨδὴ δ´. Ἐλήλυθας ἐκ Παρθένου.

Ἠθέλησας δι᾿ ἡμᾶς σαρκωθείς, Πολυέλεε, τυθῆναι ὡς πρόβατον διὰ βροτῶν ἁμαρτήματα· ὅθεν ἱκετεύω σε καὶ τὰ ἐμὰ ἐξαλεῖψαι πλημμελήματα.
Θεράπευσον τῆς ψυχῆς μου τὰ τραύματα, Κύριε, καὶ ὅλον ἁγίασον καὶ καταξίωσον, Δέσποτα, ὅπως κοινωνήσω σου τοῦ μυστικοῦ Θείου Δείπνου ὁ ταλαίπωρος.

Θεοτοκίον.

Ἱλέωσαι καὶ ἐμοὶ τὸν ἐκ σπλάγχνων σου, Δέσποινα, καὶ τήρει με ἄῤῥυπον τὸν σὸν ἱκέτην καὶ ἄμεμπτον, ὅπως εἰσδεχόμενος τὸν νοητὸν μαργαρίτην ἁγιάζωμαι.

ᾨδὴ ε´. Ὁ τοῦ φωτὸς χορηγός.

Καθὼς προέφης, Χριστέ, γενέσθω δὴ τῷ εὐτελεῖ δούλῳ σου· καὶ ἐν ἐμοὶ μεῖνον ὡς ὑπέσχου· ἰδοὺ γὰρ τὸ Σῶμα τρώγω σου τὸ θεῖον καὶ πίνω τὸ Αἷμὰ σου.
Λόγε Θεοῦ καὶ Θεέ, ὁ ἄνθραξ γένοιτο τοῦ σοῦ Σώματος εἰς φωτισμὸν τῷ ἐσκοτισμένῳ ἐμοί, καὶ καθαρισμὸν τῆς βεβηλωθείσης ψυχῆς μου τὸ Αἷμὰ σου.

Θεοτοκίον.

Μαρία μῆτερ Θεοῦ, τῆς εὐωδίας τὸ σεπτὸν σκήνωμα, ταῖς σαῖς εὐχαῖς σκεῦος ἐκλογῆς με ἀπέργασαι, ὅπως τῶν ἁγιασμάτων μετέχω τοῦ Τόκου σου.

ᾨδὴ ς´. Ἐν ἀβύσσῳ πταισμάτων.

Νοῦν, ψυχὴν καὶ καρδίαν ἁγίασον, Σῶτερ, καὶ τὸ σῶμά μου, καὶ καταξίωσον ἀκατακρίτως, Δέσποτα, τοῖς φρικτοῖς μυστηρίοις προσέρχεσθαι.
Ξενωθείην παθῶν, καὶ τῆς χάριτος σχοίην τε προσθήκην ζωῆς καὶ ἀσφάλειαν, διὰ τῆς μεταλήψεως τῶν ἁγίων, Χριστέ, Μυστηρίων σου.

Θεοτοκίον.

Ὁ Θεοῦ Θεὸς Λόγος ὁ Ἅγιος, ὅλον με ἁγίασον νῦν προσερχόμενον τοῖς θείοις Μυστηρίοις σου, τῆς ἁγίας Μητρός σου δεήσεσι.

Κοντάκιον. Ἦχος β´. Τὰ ἄνω ζητῶν.

Τὸν Ἄρτον, Χριστέ, λαβεῖν μὴ ὑπερίδῃς με, τὸ Σῶμα τὸ σὸν καὶ τὸ θεῖον νῦν Αἷμά σου· τῶν ἀχράντων, Δέσποτα, καὶ φρικτῶν Μυστηρίων σου μετασχεῖν τῷ ἀθλίῳ, μὴ εἰς κρῖμά μοι γένοιτο· γένοιτο δέ μοι εἰς ζωὴν αἰώνιον καὶ ἀθάνατον.

ᾨδὴ ζ´. Εἰκόνος χρυσῆς.

Πηγὴ ἀγαθῶν ἡ μετάληψις, Χριστέ, τῶν ἀθανάτων σου νῦν Μυστηρίων· γενηθήτω μοι φῶς καὶ ζωὴ καὶ ἀπάθεια, καὶ πρὸς ἀρετῆς θειοτέρας προκοπὴν καὶ ἐπίδοσιν πρόξενος, μόνε Ἀγαθέ, ὅπως δοξάζω σε.
Ῥυσθείην παθῶν καὶ ἐχθρῶν καὶ ἀναγκῶν καὶ πάσης θλίψεως, τρόμῳ καὶ πόθῳ προσιὼν τανῦν, μετ᾿ εὐλαβείας, Φιλάνθρωπε, σοῦ τοῖς ἀθανάτοις καὶ θείοις Μυστηρίοις καὶ ψάλλων σοι· Εὐλογητὸς εἶ ὁ Θεός, ὁ τῶν Πατέρων ἡμῶν.

Θεοτοκίον.

Σωτῆρα Χριστὸν ἡ τεκοῦσα ὑπὲρ νοῦν, Θεοχαρίτωτε, ἐκδυσωπῶ σε νῦν ὁ δοῦλός σου, τὴν καθαρὰν ὁ ἀκάθαρτος· μέλλοντά με νῦν τοῖς ἀχράντοις Μυστηρίοις προσέρχεσθαι, κάθαρον ὅλον μολυσμοῦ σαρκὸς καὶ πνεύματος.

ᾨδὴ η´. Τὸν ἐν καμίνῳ τοῦ πυρός.

Τῶν οὐρανίων καὶ φρικτῶν καὶ ἁγίων σου, Χριστέ, νῦν Μυστηρίων, καὶ τοῦ Θείου σου Δείπνου καὶ μυστικοῦ κοινωνὸν γενέσθαι κἀμὲ καταξίωσον, τὸν ἀπεγνωσμένον, ὁ Θεὸς ὁ Σωτήρ μου.
Ὑπὸ τὴν σὴν καταφυγὼν εὐσπλαγχνίαν, Ἀγαθέ, κράζω σοι φόβῳ· Ἐν ἐμοὶ μεῖνον, Σῶτερ, κἀγώ, ὡς ἔφης ἐν σοί· ἰδοὺ γάρ, θαῤῥῶν τῷ ἐλέει σου, τρώγω σου τὸ Σῶμα καὶ πίνω σου τὸ Αἷμα.

Θεοτοκίον.

Φρίττω δεχόμενος τὸ πῦρ, μὴ φλεχθῶ ὡσεὶ κηρὸς καὶ ὡσεὶ χόρτος. Ὤ φρικτοῦ Μυστηρίου! Ὤ εὐσπλαγχνίας Θεοῦ! Πῶς θείου Σώματος καὶ Αἵματος ὁ πηλὸς μετέχω καὶ ἀφθαρτοποιοῦμαι;

ᾨδὴ θ´. Ἀνάρχου γεννήτορος.

Χρηστός ἐστι, γεύσασθε καὶ ἴδετε, ὁ Κύριος· δι᾿ ἡμᾶς καθ᾿ ἡμᾶς γὰρ πάλαι γενόμενος, ἅπαξ ἑαυτόν τε προσάξας, ὡς προσφορὰν Πατρὶ τῷ ἰδίῳ ἀεὶ σφαγιάζεται, ἁγιάζων τοὺς μετέχοντας.
Ψυχὴν σὺν τῷ σώματι ἁγιασθείην, Δέσποτα, φωτισθείην, σωθείην, γενοίμην οἶκός σου τῇ τῶν Μυστηρίων μεθέξει τῶν ἱερῶν, ἔνοικόν σε ἔχων σὺν Πατρὶ καὶ Πνεύματι, εὐεργέτα Πολυέλεε.
Ὡς πῦρ γενηθήτω μοι καὶ ὡσεὶ φῶς τὸ Σῶμά σου καὶ τὸ Αἷμα, Σωτήρ μου, τὸ τιμιώτατον, φλέγον ἁμαρτίας τὴν ὕλην, καὶ ἐμπιπρῶν παθῶν τὰς ἀκάνθας καὶ ὅλον φωτίζον με προσκυνεῖν σου τὴν Θεότητα.

Θεοτοκίον.

Θεὸς σεσωμάτωται, ἐκ τῶν ἁγνῶν αἱμάτων σου· ὅθεν πᾶσα ὑμνεῖ σε γενεά, Δέσποινα· νόων τε τὰ πλήθη δοξάζει, ὡς διὰ σοῦ σαφῶς κατιδόντα τὸν πάντων δεσπόζοντα, οὐσιωθέντα τὸ ἀνθρώπινον.
Καὶ εὐθὺς τὸ Ἄξιόν ἐστιν. Τρισάγιον. Δόξα. Καὶ νῦν. Παναγία Τριάς. Κύριε, ἐλέησον (γ´).Δόξα. Καὶ νῦν. Πάτερ ἡμῶν. Ὅτι σοῦ ἐστιν. Καὶ τὰ λοιπὰ τοῦ Ἀποδείπνου καὶ Ἀπόλυσις.

ΣΤΟ ΑΠΟΔΕΙΠΝΟ

Ὅταν πρόκειται νὰ προσέλθεις γιὰ νὰ κοινωνήσεις τὰ Ἄχραντα Μυστήρια, μετὰ τὴν συνηθισμένη ἑσπερινὴ Ἀκολουθία τοῦ Μικροῦ Ἀποδείπνου, καὶ ὅταν τελειώσεις τὸ «Πιστεύω εἰς ἕνα Θεόν...», λέγε μὲ κατάνυξη τὸν Κανόνα ποὺ ἀκολουθεῖ, τοῦ ὁποίου ἡ ἀκροστιχίδα (στὸ πρωτότυπο) εἶναι κατὰ τὸ Ἀλφάβητο.

Ὁ Κανόνας·

ᾨδὴ 1η.

Εὔσπλαγχνε Κύριε, τὸ Σῶμα σου τὸ Ἅγιο ἂς γίνει ψωμί, ποὺ θὰ μοῦ μεταδώσει αἰώνια ζωὴ καὶ τὸ Αἷμα Σου τὸ Τίμιο ἂς μοῦ γίνει φάρμακο ποὺ θὰ διώχνει κάθε εἴδους ἀσθένεια.
Εἶμαι ἀνάξιος, Χριστέ μου, νὰ δεχτῶ τὸ Ἄχραντο Σῶμα Σου καὶ τὸ θεῖο Αἷμα Σου, διότι, ὁ ἄθλιος, ἔχω μολύνει τὸν ἑαυτό μου μὲ ἔργα ἁμαρτωλά· κάνε με ἄξιο νὰ μεταλάβω.

Θεοτοκίο.

Εὐλογημένη Νύφη τοῦ Θεοῦ, σὺ ἀπ᾿ τὴν ὁποία χωρὶς σπορὰ βλάστησε ὁ στάχυς (ὁ Χριστὸς), ποὺ ἔσωσε τὸν κόσμο, κάνε με ἄξιο νὰ τὸν τρώγω καὶ νὰ σώζομαι.

ᾨδὴ 3η.

Δῶσ᾿ μου, Χριστέ, ρανίδες δακρύων, ποὺ θὰ καθαρίσουν τὴν καρδιά μου ἀπὸ τὸ ρύπο τῆς ἁμαρτίας, γιὰ νὰ μπορῶ μὲ καθαρὴ συνείδηση νὰ πλησιάζω μὲ πίστη καὶ θεῖο φόβο γιὰ νὰ κοινωνήσω, Δέσποτα, τὰ θεῖα σου Δῶρα.
Φιλάνθρωπε Κύριε, τὸ Ἄχραντο Σῶμα σου καὶ τὸ Θεῖο Αἷμα σου ἂς συντελέσουν στὸ νὰ συγχωρεθοῦν οἱ ἁμαρτίες μου, νὰ κατοικήσει μέσα μου τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, νὰ κερδίσω τὴν αἰώνια ζωὴ καὶ νὰ ἀποξενωθῶ ἀπὸ τὰ πάθη καὶ τὶς θλίψεις μου.

Θεοτοκίο.

Παναγία μου, σὺ ποὺ εἶσαι ἡ τράπεζα στὴν ὁποία τοποθετήθηκε ὁ Ἄρτος τῆς ζωῆς (ὁ Χριστὸς), ποὺ ἀπὸ τὴν πολλὴ Του ἀγάπη κατέβηκε ἀπ᾿ τοὺς οὐρανοὺς στὴ γῆ γιὰ νὰ προσφέρει στὸν κόσμο τὴν ἀληθινὴ ζωή, ἀξίωσε τώρα καὶ μένα τὸν ἀνάξιο μὲ θεῖο φόβο νὰ τὸν γευτῶ καὶ νὰ ζήσω μαζὶ Του αἰώνια.

ᾨδὴ 4η.

Θέλησες, Πολυέλεε Κύριε, γιὰ μᾶς νὰ γίνεις ἄνθρωπος καὶ νὰ θυσιαστεῖς σὰν πρόβατο γιὰ τὶς ἁμαρτίες τῶν ἀνθρώπων· γιὰ τοῦτο καὶ Σὲ ἱκετεύω, ἐξαφάνισε καὶ τὶς δικές μου ἁμαρτίες.
Θεράπευσε, Κύριε, τὰ τραύματα τῆς ψυχῆς μου, ἁγίασέ με ὁλόκληρο, Δέσποτα, καὶ καταξίωσέ με νὰ λάβω μέρος κι ἐγὼ ὁ ταλαίπωρος στὸ θεῖο καὶ Μυστικό σου Δεῖπνο.

Θεοτοκίο.

Ἐξευμένισε, Δέσποινά μου, τὸν Υἱό σου καὶ γιὰ μένα, καὶ κράτα με ἀμόλυντο καὶ καθαρό, τώρα ποὺ σὲ παρακαλῶ, κι ἔτσι ἀφοῦ δεχτῶ τὸ νοητὸ μαργαρίτη (τὴ θεία Κοινωνία) νὰ ἁγιαστῶ.

ᾨδὴ 5η.

Ἂς γίνει, Χριστέ μου, καὶ σὲ μένα τὸν ἀσήμαντο δοῦλο Σου, ὅπως τὸ προεῖπες· καὶ μεῖνε μέσα μου ὅπως τὸ ὑποσχέθηκες. Γιατὶ νά, τρώγω τὸ θεϊκό Σου Σῶμα καὶ πίνω τὸ Αἷμα Σου.
Λόγε τοῦ Θεοῦ καὶ Θεὲ ἀληθινέ, τὸ Σῶμα Σου, ποὺ εἶναι γιὰ μένα ἄνθρακας (κάρβουνο ἀναμμένο), ἂς φωτίσει τὸ σκοτάδι ποὺ ὑπάρχει μέσα μου, καὶ τὸ Αἷμα Σου ἂς καθαρίσει τὴ μολυσμένη (ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες) ψυχή μου.

Θεοτοκίο.

Μαρία, Μητέρα τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶσαι τὸ σεβαστὸ δοχεῖο ὅπου τοποθετήθηκε τὸ πολύτιμο ἄρωμα (ὁ Χριστὸς), μὲ τὴν δέησή σου κάνε καὶ μένα ἐκλεκτὸ δοχεῖο γιὰ νὰ δεχτῶ τὰ Ἅγια Δῶρα τοῦ Υἱοῦ σου.

ᾨδὴ 6η.

Τὴν σκέψη, τὴν ψυχή, τὴν καρδιὰ καὶ τὸ σῶμα ἁγίασε Σωτήρα μου, καὶ ἀξίωσέ με νὰ προσέλθω στὰ φρικτά σου Μυστήρια χωρὶς νὰ κατακριθῶ.
Μεταλαμβάνοντας, Χριστέ μου, τὰ ἅγιά Σου Μυστήρια, ἂς ἀποξενωθῶ ἀπὸ τὰ πάθη μου, ἂς ἀποκτήσω περισσότερο τὴ Χάρη Σου καὶ ἂς ἐξασφαλίσω τὴν αἰώνια ζωή.

Θεοτοκίο.

Λόγε τοῦ Θεοῦ, Θεὲ ἀληθινέ, ἁγίασε τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχή μου, τώρα ποὺ προσέρχομαι στὰ θεῖα Σου Μυστήρια μὲ τὶς προσευχὲς τῆς ἁγίας Μητέρας Σου.

Κοντάκιο.

Μὴ μὲ περιφρονήσεις, Χριστέ μου, τὸν ἄθλιο, τώρα ποὺ θὰ λάβω τὰ ἄχραντα Μυστήρια, τὸ Σῶμα Σου καὶ τὸ θεῖο Αἷμα Σου. Ἂς μὴ γίνει, Δέσποτά μου, σὲ μένα ἡ μετάληψη αἰτία νὰ κατακριθῶ· ἀντιθέτως ἂς μοῦ προσφέρει ζωὴ αἰώνια καὶ ἀθάνατη.

ᾨδὴ 7η.

Ἡ μετάληψη τῶν ἀθανάτων Μυστηρίων Σου, Χριστέ μου, ἂς μοῦ γίνει πηγὴ ἀγαθῶν, φῶς, ζωὴ χωρὶς τὴ δυναστεία τῶν παθῶν, καὶ προκοπὴ στὶς θεῖες ἀρετὲς γιὰ νὰ δοξάζω Ἐσένα, μόνε Ἀγαθέ.
Μακάρι νὰ λυτρωθῶ ἀπὸ τὰ πάθη μου, τοὺς ἐχθρούς μου καὶ ἀπὸ κάθε ἀνάγκη καὶ θλίψη, τώρα ποὺ μὲ τρόμο ἀλλὰ καὶ πόθο καὶ εὐλάβεια προσέρχομαι, Φιλάνθρωπε, νὰ μεταλάβω τὰ ἀθάνατα καὶ θεῖα Σου Μυστήρια. Ἂς εἶσαι εὐλογημένος ὁ Θεὸς τῶν Πατέρων μας.

Θεοτοκίο.

Ἐσένα τὴν εὐλογημένη ἀπὸ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ (Παναγία μου), ποὺ μὲ τρόπο ἀκατάληπτο γέννησες τὸ Σωτήρα Χριστό, σὲ παρακαλῶ τώρα ὁ δοῦλος Σου. Ἐσένα τὴν καθαρὴ ἐγὼ ὁ ἀκάθαρτος· τώρα ποὺ πρόκειται νὰ προσέλθω στὰ Ἄχραντα Μυστήρια, καθάρισέ με ὅλον ἀπὸ κάθε μολυσμὸ τοῦ σώματος καὶ τῆς ψυχῆς μου.

ᾨδὴ 8η.

Ἀξίωσέ με, Χριστέ μου, νὰ κοινωνήσω τώρα τὰ οὐράνια καὶ φρικτὰ καὶ ἅγιά Σου Μυστήρια καὶ νὰ λάβω κι ἐγὼ μέρος στὸ Μυστικό Σου Δεῖπνο, γιατὶ δὲν ἐλπίζω ἀλλοῦ ἐκτὸς ἀπὸ Σένα τὸν Θεὸ καὶ Σωτήρα μου.
Στὴ δική Σου εὐσπλαγχνία ἐλπίζω, Σωτήρα μου, καὶ μὲ θεῖο φόβο σοῦ φωνάζω· μεῖνε μαζί μου κι ἐγὼ μαζί Σου, ὅπως τὸ εἶπες· γιατὶ νά, μὲ ἐμπιστοσύνη στὸ ἔλεός Σου τρώγω τὸ Σῶμα Σου καὶ πίνω τὸ Αἷμα Σου.

Θεοτοκίο.

Φοβᾶμαι μήπως τώρα ποὺ θὰ δεχτῶ μέσα μου τὴ φωτιὰ (τὴ Θεία Κοινωνία), καῶ ὅπως τὸ χορτάρι καὶ λιώσω ὅπως τὸ κερί. Ὢ, τί μεγάλο μυστήριο! Πόση ἡ εὐσπλαγχνία τοῦ Θεοῦ! Ἐγὼ ποὺ εἶμαι πλασμένος ἀπὸ πηλό, πῶς δέχομαι τὸ θεῖο Σῶμα καὶ Αἷμα καὶ γίνομαι ἄφθαρτος κι ἀθάνατος!

ᾨδὴ 9η.

Εὔσπλαγχνος εἶναι ὁ Κύριος. Γευθεῖτε καὶ θὰ τὸ διαπιστώσετε. Γιατί, ἀφοῦ γιὰ τὴ δική μας σωτηρία ἔγινε ἄνθρωπος καὶ πρόσφερε μιὰ φορὰ τὴν ὑπέρτατη θυσία στὸν Πατέρα Του, πάντοτε (σὲ κάθε θ. Λειτουργία) θυσιάζεται γιὰ νὰ ἁγιάζει ὅσους κοινωνοῦν.
Ἂς ἁγιασθεῖ, Δέσποτα Χριστέ μου, ἡ ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα μου, ἂς φωτισθῶ, ἂς σωθῶ, ἂς γίνω κατοικία Σου μὲ τὴ μετάληψη τῶν ἱερῶν Μυστηρίων Σου, γιὰ νὰ μένεις μέσα μου, μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, Εὐεργέτη Πολυέλεε.
Τὸ Σῶμα Σου καὶ τὸ τιμιώτατο Αἷμα Σου ἂς γίνουν, Σωτήρα μου, φωτιὰ ποὺ θὰ κατακάψει ὅλες τὶς ἁμαρτίες μου καὶ τὰ ἀγκάθια τῶν παθῶν μου· ἂς γίνουν ἀκόμη φῶς γιὰ νὰ μὲ φωτίζουν νὰ προσκυνῶ τὴ Θεότητά Σου.

Θεοτοκίο.

Ἀπὸ τὰ ἁγνά σου αἵματα σαρκώθηκε ὁ Θεός· γι᾿ αὐτὸ σὲ ὑμνοῦν ὅλες οἱ γενιὲς (τῶν ἀνθρώπων) Δέσποινα. καὶ τὰ πλήθη τῶν Ἀγγέλων σὲ δοξάζουν γιατὶ χάρη σὲ σένα εἶδαν τὸν Κύριο τῶν ὅλων νὰ γίνεται ἄνθρωπος.
Καὶ ἀμέσως τὸ Ἄξιόν ἐστιν. Τρισάγιον. Δόξα. καὶ νῦν. Παναγία Τριάς. Κύριε, ἐλέησον (3 φορές). Δόξα. καὶ νῦν. Πάτερ ἡμῶν. Ὅτι σοῦ ἐστιν. Τὰ λοιπὰ τοῦ Ἀποδείπνου καὶ Ἀπόλυση.

Τῌ ΕΠΑΥΡΙΟΝ

Τὴν πρωΐαν μετὰ τὴν συνήθη Ἑωθινὴν Ἀκολουθίαν, λέγε·
Τρισάγιον... Δόξα. Καὶ νῦν. Παναγία Τριάς... Κύριε, ἐλέησον (γ´) Δόξα. Καὶ νῦν. Πάτερ ἡμῶν... Ὅτι σοῦ ἐστιν... Κύριε, ἐλέησον (ιβ´) Δόξα. Καὶ νῦν. Δεῦτε προσκυνήσωμεν... (γ´), καὶ τοὺς ἑπομένους Ψαλμούς·

Ψαλμὸς ΚΒ´ (22)

Κύριος ποιμαίνει με καὶ οὐδέν με ὑστερήσει· εἰς τόπον χλόης, ἐκεῖ με κατεσκήνωσεν. Ἐπὶ ὕδατος ἀναπαύσεως ἐξέθρεψέ με· τὴν ψυχήν μου ἐπέστρεψεν. Ὡδήγησέ με ἐπὶ τρίβους δικαιοσύνης ἕνεκεν τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ. Ἐὰν γὰρ καὶ πορευθῶ ἐν μέσῳ σκιᾶς θανάτου, οὐ φοβηθήσομαι κακά, ὅτι σὺ μετ᾿ ἐμοῦ εἶ. Ἡ ῥάβδος σου καὶ ἡ βακτηρία σου, αὗταί με παρεκάλεσαν. Ἡτοίμασας ἐνώπιόν μου τράπεζαν, ἐξ ἐναντίας τῶν θλιβόντων με. Ἐλίπανας ἐν ἐλαίῳ τὴν κεφαλήν μου, καὶ τὸ ποτήριόν σου μεθύσκον με ὡσεὶ κράτιστον. Καὶ τὸ ἔλεός σου καταδιώξει με πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς μου. Καὶ τὸ κατοικεῖν με ἐν οἴκῳ Κυρίου εἰς μακρότητα ἡμερῶν.

Ψαλμὸς ΚΓ´ (23)

Τοῦ Κυρίου ἡ γῆ καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς· ἡ οἰκουμένη καὶ πάντες οἱ κατοικοῦντες ἐν αὐτῇ. Αὐτὸς ἐπὶ θαλασσῶν ἐθεμελίωσεν αὐτὴν καὶ ἐπὶ ποταμῶν ἡτοίμασεν αὐτήν. Τὶς ἀναβήσεται εἰς τὸ ὄρος τοῦ Κυρίου; ἢ τὶς στήσεται ἐν τόπῳ ἁγίῳ αὐτοῦ; Ἀθῷος χερσὶ καὶ καθαρὸς τῇ καρδίᾳ, ὃς οὐκ ἔλαβεν ἐπὶ ματαίῳ τὴν ψυχὴν αὑτοῦ καὶ οὐκ ὤμοσεν ἐπὶ δόλῳ τῷ πλησίον αὐτοῦ. Οὗτος λήψεται εὐλογίαν παρὰ Κυρίου, καὶ ἐλεημοσύνην παρὰ Θεοῦ σωτῆρος αὐτοῦ. Αὕτη ἡ γενεὰ ζητούντων τὸν Κύριον, ζητούντων τὸ πρόσωπον τοῦ Θεοῦ Ἰακώβ. Ἄρατε πύλας, οἱ ἄρχοντες ὑμῶν, καὶ ἐπάρθητε, πύλαι αἰώνιοι, καὶ εἰσελεύσεται ὁ Βασιλεὺς τῆς δόξης. Τίς ἐστιν οὗτος ὁ Βασιλεὺς τῆς δόξης; Κύριος κραταιὸς καὶ δυνατός, Κύριος δυνατὸς ἐν πολέμῳ. Ἄρατε πύλας, οἱ ἄρχοντες ὑμῶν, καὶ ἐπάρθητε, πύλαι αἰώνιοι, καὶ εἰσελεύσεται ὁ Βασιλεὺς τῆς δόξης. Τίς ἐστιν οὗτος ὁ Βασιλεὺς τῆς δόξης; Κύριος τῶν δυνάμεων, αὐτός ἐστιν ὁ Βασιλεὺς τῆς δόξης.

Ψαλμὸς ΡΙΕ´ (115)

Ἐπίστευσα, διὸ ἐλάλησα· ἐγὼ δὲ ἐταπεινώθην σφόδρα. Ἐγὼ δὲ εἶπα ἐν τῇ ἐκστάσει μου· Πᾶς ἄνθρωπος ψεύστης. Τί ἀνταποδώσω τῷ Κυρίῳ περὶ πάντων, ὧν ἀνταπέδωκέ μοι; Ποτήριον σωτηρίου λήψομαι καὶ τὸ ὄνομα Κυρίου ἐπικαλέσομαι. Τὰς εὐχάς μου τῷ Κυρίῳ ἀποδώσω, ἐναντίον παντὸς τοῦ λαοῦ αὐτοῦ. Τίμιος ἐναντίον Κυρίου ὁ θάνατος τῶν ὁσίων αὐτοῦ. Ὦ Κύριε, ἐγὼ δοῦλος σός, ἐγὼ δοῦλος σὸς καὶ υἱὸς τῆς παιδίσκης σου· διέῤῥηξας τοὺς δεσμούς μου. Σοὶ θύσω θυσίαν αἰνέσεως καὶ ἐν ὀνόματι Κυρίου ἐπικαλέσομαι. Τὰς εὐχὰς μου τῷ Κυρίῳ ἀποδώσω ἐναντίον παντὸς τοῦ λαοῦ αὐτοῦ, ἐν αὐλαῖς οἴκου Κυρίου ἐν μέσῳ σου, Ἱερουσαλήμ.
Δόξα. Καὶ νῦν. Ἀλληλούϊα (γ´). Δόξα σοι ὁ Θεός. Κύριε, ἐλέησον (γ´).

Καὶ τὰ παρόντα τροπάρια.

Ἦχος πλ. β´.

Τὰς ἀνομίας μου πάριδε, Κύριε, ὁ ἐκ Παρθένου τεχθείς, καὶ τὴν καρδίαν μου καθάρισον, ναὸν αὐτὴν ποιῶν τοῦ ἀχράντου σου Σώματος καὶ Αἵματος· μή με ἐξουδενώσῃς ἀπὸ τοῦ σοῦ προσώπου, ὁ ἀμέτρητον ἔχων τὸ μέγα ἔλεος.

Δόξα.

Εἰς τὴν μετάληψιν τῶν Ἁγιασμάτων σου πῶς ἀναιδεσθῶ ὁ ἀνάξιος; ἐὰν γὰρ τολμήσω σοι προσελθεῖν σὺν τοῖς ἀξίοις, ὁ χιτών με ἐλέγχει, ὅτι οὐκ ἔστι τοῦ Δείπνου, καὶ κατάκρισιν προξενήσω τῇ πολυαμαρτήτῳ μου ψυχῇ. Καθάρισον, Κύριε, τὸν ῥύπον τῆς ψυχῆς μου καὶ σῶσόν με, ὡς φιλάνθρωπος.

Καὶ νῦν. Θεοτοκίον

Πολλὰ τὰ πλήθη τῶν ἐμῶν, Θεοτόκε, πταισμάτων· πρὸς σὲ κατέφυγον, ἁγνή, σωτηρίας δεόμενος. Ἐπίσκεψαι τὴν ἀσθενοῦσάν μου ψυχὴν καὶ πρέσβευε τῷ Υἱῷ σου καὶ Θεῷ ἡμῶν, δοθῆναί μοι τὴν ἄφεσιν, ὧν ἔπραξα δεινῶν, μόνη εὐλογημένη.

Τῇ δὲ ἁγίᾳ καὶ Μεγάλη Πέμπτη, τὸ παρόν.

Ὅτε οἱ ἔνδοξοι μαθηταὶ ἐν τῷ νιπτῆρι τοῦ Δείπνου ἐφωτίζοντο, τότε Ἰούδας ὁ δυσσεβὴς φιλαργυρίαν νοσήσας ἐσκοτίζετο καὶ ἀνόμοις κριταῖς σέ, τὸν δίκαιον Κριτήν, παραδίδωσι. Βλέπε, χρημάτων ἐραστά, τὸν διὰ ταῦτα ἀγχόνῃ χρησάμενον· φεῦγε ἀκόρεστον ψυχήν, τὴν διδασκάλῳ τοιαῦτα τολμήσασαν. Ὁ περὶ πάντας ἀγαθός, Κύριε, δόξα σοι.
Τό, Κύριε, ἐλέησον (μ´), μετανοίας ὅσας βούλει, καὶ ἀμέσως τὰς ἑπομένας Ἰκετηρίους Εὐχάς.

ΣΤΙΧΟΙ ΔΙΔΑΚΤΙΚΟΙ
Περὶ τοῦ, πῶς δεῖ προσέρχεσθαι
τοῖς Ἀχράντοις Μυστηρίοις
Συμεὼν τοῦ Μεταφραστοῦ

Μέλλων φαγεῖν, ἄνθρωπε, Σῶμα Δεσπότου,
φόβῳ πρόσελθε, μὴ φλεγῇς· πῦρ τυγχάνει.
Θεῖον δὲ πίνων Αἷμα πρὸς μετουσίαν,
πρῶτον καταλλάγηθι τοῖς σὲ λυποῦσιν,
ἔπειτα θαῤῥῶν, μυστικὴν βρῶσιν φάγε.

Ἕτεροι ὅμοιοι.

Πρὸ τοῦ μετασχεῖν τῆς φρικώδους θυσίας,
τοῦ ζωοποιοῦ Σώματος τοῦ Δεσπότου,
τῷδε πρόσευξαι τῷ τρόπῳ μετὰ τρόμου.

ΕΥΧΗ Α´
Τοῦ Μεγάλου Βασιλείου

Δέσποτα Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς καὶ τῆς ἀθανασίας, ὁ πάσης ὁρατῆς καὶ ἀοράτου κτίσεως δημιουργός, ὁ τοῦ ἀνάρχου Πατρὸς συναΐδιος Υἱὸς καὶ συνάναρχος, ὁ δι᾿ ὑπερβολὴν ἀγαθότητος ἐπ᾿ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν σάρκα φορέσας, καὶ σταυρωθεὶς καὶ τυθεὶς ὑπὲρ τῶν ἀχαρίστων καὶ ἀγνωμόνων ἡμῶν, καὶ τῷ οἰκείῳ σου Αἵματι ἀναπλάσας τὴν φθαρεῖσαν ὑπὸ τῆς ἁμαρτίας φύσιν ἡμῶν, αὐτὸς ἀθάνατε Βασιλεῦ, πρόσδεξαι κἀμοῦ τοῦ ἁμαρτωλοῦ τὴν μετάνοιαν καὶ κλῖνον τὸ οὖς σου ἐπ᾿ ἐμοὶ καὶ εἰσάκουσον τῶν ῥημάτων μου· ἥμαρτον γάρ, Κύριε, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου καὶ οὔκ εἰμι ἄξιος ἀτενίσαι εἰς τὸ ὕψος τῆς δόξης σου· παρώργισα γάρ σου τὴν ἀγαθότητα, τὰς σὰς ἐντολὰς παραβὰς καὶ μὴ ὑπακούσας τοῖς σοῖς προστάγμασιν. Ἀλλὰ σύ, Κύριε, ἀνεξίκακος ὤν, μακρόθυμός τε καὶ πολυέλεος, οὐ παρέδωκάς με συναπολέσθαι ταῖς ἀνομίαις μου, τὴν ἐμὴν πάντως ἀναμένων ἐπιστροφήν. Σὺ γὰρ εἶπας, φιλάνθρωπε, διὰ τοῦ προφήτου σου, ὅτι οὐ θελήσει θέλω τὸν θάνατον τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ὡς τὸ ἐπιστρέψαι καὶ ζῆν αὐτόν· οὐ γὰρ βούλει, Δέσποτα, τὸ πλάσμα τῶν σῶν ἀπολέσθαι χειρῶν, οὐδὲ εὐδοκεῖς ἐπ᾿ ἀπωλείᾳ ἀνθρώπων, ἀλλὰ θέλεις πάντας σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν. Διὸ κἀγώ, εἰ καὶ ἀνάξιὸς εἰμι τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς καὶ αὐτῆς τῆς προσκαίρου ζωῆς ὅλον ἑμαυτὸν ὑποτάξας τῇ ἁμαρτίᾳ καὶ ταῖς ἡδοναῖς δουλώσας καὶ τὴν σὴν ἀχρειώσας εἰκόνα, ἀλλὰ ποίημα καὶ πλάσμα σὸν γεγονώς, οὐκ ἀπογινώσκω τὴν ἐμαυτοῦ σωτηρίαν ὁ ἄθλιος· τῇ δὲ σῇ ἀμετρήτῳ εὐσπλαγχνίᾳ θαῤῥήσας προσέρχομαι. Δέξαι οὖν κἀμέ, φιλάνθρωπε Χριστέ, ὡς τὴν Πόρνην, ὡς τὸν Λῃστήν, ὡς τὸν Τελώνην καὶ ὡς τὸν Ἄσωτον· καὶ ἆρόν μου τὸ βαρὺ φορτίον τῶν ἁμαρτιῶν, ὁ τὴν ἁμαρτίαν αἴρων τοῦ κόσμου καὶ τὰς ἀσθενείας τῶν ἀνθρώπων ἰώμενος· ὁ τοὺς κοπιῶντας καὶ πεφορτισμένους πρὸς σεαυτὸν καλῶν καὶ ἀναπαύων· ὁ μὴ ἐλθὼν καλέσαι δικαίους, ἀλλὰ ἁμαρτωλοὺς εἰς μετάνοιαν· καὶ καθάρισόν με ἀπὸ παντὸς μολυσμοῦ σαρκὸς καὶ πνεύματος· δίδαξόν με ἐπιτελεῖν ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ σου, ἵνα ἐν καθαρῷ τῷ μαρτυρίῳ τῆς συνειδήσεώς μου, τῶν ἁγιασμάτων σου τὴν μερίδα ὑποδεχόμενος, ἑνωθῶ τῷ ἁγίῳ Σώματί σου καὶ Αἵματι, καὶ ἕξω σε ἐν ἐμοὶ κατοικοῦντα καὶ μένοντα σὺν τῷ Πατρὶ καὶ τῷ ἁγίῳ Πνεύματι. Ναί, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεός μου· καὶ μὴ εἰς κρῖμά μοι γένοιτο ἡ μετάληψις τῶν ἀχράντων καὶ ζωοποιῶν Μυστηρίων σου, μηδὲ ἀσθενὴς γενοίμην ψυχῇ τε καὶ σώματι, ἐκ τοῦ ἀναξίως αὐτῶν μεταλαμβάνειν· ἀλλὰ δός μοι, μέχρι τελευταίας μου ἀναπνοῆς, ἀκατακρίτως ὑποδέχεσθαι τὴν μερίδα τῶν ἁγιασμάτων σου, εἰς Πνεύματος ἁγίου κοινωνίαν, εἰς ἐφόδιον ζωῆς αἰωνίου καὶ εἰς εὐπρόσδεκτον ἀπολογίαν τὴν ἐπὶ τοῦ φοβεροῦ βήματός σου· ὅπως ἂν κἀγώ, σὺν πᾶσι τοῖς ἐκλεκτοῖς σου, μέτοχος γένωμαι τῶν ἀκηράτων σου ἀγαθῶν, ὧν ἡτοίμασας τοῖς ἀγαπῶσί σε, Κύριε· ἐν οἷς δεδοξασμένος ὑπάρχεις εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν.

ΕYXΗ B´ (τοῦ αὐτοῦ)

Οἶδα, Κύριε, ὅτι ἀναξίως μεταλαμβάνω τοῦ ἀχράντου σου Σώματος καὶ τοῦ τιμίου σου Αἵματος καὶ ἔνοχὸς εἰμι καὶ κρῖμα ἐμαυτῷ ἐσθίω καὶ πίνω, μὴ διακρίνων τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ καὶ Θεοῦ μου· ἀλλὰ τοῖς οἰκτιρμοῖς σου θαῤῥῶν, προσέρχομαί σοι τῷ εἰπόντι. Ὁ τρώγων μου τὴν Σάρκα καὶ πίνων μου τὸ Αἷμα ἐν ἐμοὶ μένει, κἀγὼ ἐν αὐτῷ. Σπλαγχνίσθητι οὖν, Κύριε, καὶ μὴ παραδειγματίσῃς με τὸν ἁμαρτωλόν, ἀλλὰ ποίησον μετ᾿ ἐμοῦ κατὰ τὸ ἔλεός σου· καὶ γενέσθω μοι τὰ ἅγια ταῦτα εἰς ἴασιν καὶ κάθαρσιν καὶ φωτισμὸν καὶ φυλακτήριον καὶ σωτηρίαν καὶ ἁγιασμὸν ψυχῆς τε καὶ σώματος· εἰς ἀποτροπὴν πάσης φαντασίας καὶ πονηρᾶς πράξεως καὶ ἐνεργείας διαβολικῆς, κατὰ διάνοιαν τῆς ἐν τοῖς μέλεσί μου ἐνεργουμένης· εἰς παῤῥησίαν καὶ ἀγάπην τὴν πρὸς σέ· εἰς διόρθωσιν βίου καὶ ἀσφάλειαν· εἰς αὔξησιν ἀρετῆς καὶ τελειότητος· εἰς πλήρωσιν ἐντολῶν· εἰς Πνεύματος ἁγίου κοινωνίαν· εἰς ἐφόδιον ζωῆς αἰωνίου καὶ εἰς ἀπολογίαν εὐπρόσδεκτον, τὴν ἐπὶ τοῦ φοβεροῦ βήματός σου· μὴ εἰς κρῖμα ἢ εἰς κατάκριμα.

ΕΥΧΗ Γ´ (Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου)

Κύριε ὁ Θεός μου, οἶδα, ὅτι οὔκ εἰμι ἄξιος οὐδὲ ἱκανός, ἵνα μου ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθῃς τοῦ οἴκου τῆς ψυχῆς, διότι ὅλη ἔρημος καὶ καταπεσοῦσὰ ἐστι, καὶ οὐκ ἔχεις παρ᾿ ἐμοὶ τόπον ἄξιον τοῦ κλῖναι τὴν κεφαλήν. Ἀλλ᾿ ὡς ἐξ ὕψους δι᾿ ἡμᾶς ἐταπείνωσας σεαυτόν, συμμετρίασον καὶ νῦν τῇ ταπεινώσει μου. Καὶ ὡς κατεδέξω ἐν τῷ σπηλαίῳ καὶ φάτνῃ ἀλόγων ἀνακλιθῆναι, οὕτω κατάδεξαι καὶ ἐν τῇ φάτνῃ τῆς ἀλόγου μου ψυχῆς καὶ ἐν τῷ ἐσπιλωμένῳ μου σώματι εἰσελθεῖν. Καὶ ὡς οὐκ ἀπηξίωσας εἰσελθεῖν καὶ συνδειπνῆσαι ἁμαρτωλοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ Σίμωνος τοῦ λεπροῦ, οὕτω κατάδεξαι εἰσελθεῖν καὶ εἰς τὸν οἶκον τῆς ταπεινῆς μου ψυχῆς, τοῦ λεπροῦ καὶ ἁμαρτωλοῦ. Καὶ ὡς οὐκ ἀπώσω τὴν ὁμοίαν μοι πόρνην καὶ ἁμαρτωλόν, προσερχομένην καὶ ἁπτομένην σου, οὕτω σπλαγχνίσθητι καὶ ἐπ᾿ ἐμοὶ τῷ ἁμαρτωλῷ, προσερχομένῳ σοι καὶ ἁπτομένῳ σου. Καὶ ὡς οὐκ ἐβδελύξω τὸ ῥυπαρὸν ἐκείνης στόμα καὶ ἐναγὲς καταφιλοῦν σε, μηδὲ ἐμοῦ βδελύξῃ τὸ ῥυπαρώτερον ἐκείνης στόμα καὶ ἐναγέστερον, μηδὲ τὰ ἔμμυσα καὶ ἀκάθαρτά μου χείλη καὶ βέβηλα, καὶ τὴν ἀκαθαρτοτέραν μου γλῶσσαν. Ἀλλὰ γενέσθω μοι ὁ ἄνθραξ τοῦ παναγίου σου Σώματος καὶ τοῦ τιμίου σου Αἵματος εἰς ἁγιασμὸν καὶ φωτισμὸν καὶ ῥῶσιν τῆς ταπεινῆς μου ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος· εἰς κουφισμὸν τοῦ βάρους τῶν πολλῶν μου πλημμελημάτων· εἰς φυλακτήριον πάσης διαβολικῆς ἐνεργείας· εἰς ἀποτροπὴν καὶ ἐμπόδιον τῆς φαύλης μου καὶ πονηρᾶς συνηθείας· εἰς ἀπονέκρωσιν τῶν παθῶν· εἰς περιποίησιν τῶν ἐντολῶν σου· εἰς προσθήκην τῆς θείας σου χάριτος καὶ τῆς σῆς βασιλείας οἰκείωσιν. Οὐ γὰρ ὡς καταφρονῶν προσέρχομαί σοι, Χριστὲ ὁ Θεός, ἀλλ᾿ ὡς θαῤῥῶν τῇ ἀφάτῳ σου ἀγαθότητι, καὶ ἵνα μή, ἐπὶ πολὺ ἀφιστάμενος τῆς κοινωνίας σου, θηριάλωτος ὑπὸ τοῦ νοητοῦ λύκου γένωμαι. Διὸ δέομαί σου, ὡς μόνος ὢν ἅγιος, Δέσποτα, ἁγίασὸν μου τὴν ψυχὴν καὶ τὸ σῶμα, τὸν νοῦν καὶ τὴν καρδίαν, τοὺς νεφροὺς καὶ τὰ σπλάγχνα, καὶ ὅλον με ἀνακαίνισον καὶ ῥίζωσον τὸν φόβον σου ἐν τοῖς μέλεσί μου, καὶ τὸν ἁγιασμόν σου ἀνεξάλειπτον ἀπ᾿ ἐμοῦ ποίησον. Καὶ γενοῦ μοι βοηθὸς καὶ ἀντιλήπτωρ, κυβερνῶν ἐν εἰρήνῃ τὴν ζωήν μου, καταξιῶν με καὶ τῆς ἐκ τῶν δεξιῶν σου παραστάσεως μετὰ τῶν ἁγίων σου· εὐχαῖς καὶ πρεσβείαις τῆς παναχράντου σου Μητρός, τῶν ἀΰλων σου λειτουργῶν καὶ ἀχράντων Δυνάμεων καὶ πάντων τῶν Ἁγίων, τῶν ἀπ᾿ αἰῶνος σοι εὐαρεστησάντων. Ἀμήν.

ΕΥΧΗ Δ´ (τοῦ αὐτοῦ)

Οὔκ εἰμι ἱκανός, Δέσποτα Κύριε, ἵνα εἰσέλθῃς ὑπὸ τὴν στέγην τῆς ψυχῆς μου· ἀλλ᾿ ἐπειδὴ βούλει σύ, ὡς φιλάνθρωπος, οἰκεῖν ἐν ἐμοί, θαῤῥῶν προσέρχομαι. Κελεύεις, ἀναπετάσω τὰς πύλας, ἃς σὺ μόνος ἐδημιούργησας, καὶ εἰσέρχῃ μετὰ φιλανθρωπίας, ὡς πέφυκας· εἰσέρχῃ καὶ φωτίζεις τὸν ἐσκοτισμένον μου λογισμόν. Πιστεύω ὡς τοῦτο ποιήσεις· οὐ γὰρ Πόρνην προσελθοῦσὰν σοι μετὰ δακρύων ἀπέφυγες, οὐδὲ Τελώνην ἀπεβάλου μετανοήσαντα, οὐδὲ Λῃστὴν ἐπιγνόντα τὴν βασιλείαν σου ἀπεδίωξας, οὐδὲ Διώκτην μετανοήσαντα κατέλιπες, ὃ ἦν· ἀλλὰ τοὺς ὑπὸ τῆς μετανοίας προσαχθέντας, ἅπαντας ἐν τῷ χορῷ τῶν σῶν φίλων κατέταξας, ὁ μόνος ὑπάρχων εὐλογημένος πάντοτε, νῦν καὶ εἰς τοὺς ἀπεράντους αἰῶνας. Ἀμήν.

ΕΥΧΗ Ε´ (τοῦ αὐτοῦ)

Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεός μου, ἄνες, ἄφες, ἱλάσθητι καὶ συγχώρησὸν μοι, τῷ ἁμαρτωλῷ καὶ ἀχρείῳ καὶ ἀναξίῳ δούλῳ σου, τὰ πταίσματα καὶ πλημμελήματα καὶ παραπτώματά μου, ὅσα σοι ἐκ νεότητός μου μέχρι τῆς παρούσης ἡμέρας καὶ ὥρας ἥμαρτον, εἴτε ἐν γνώσει καὶ ἀγνοίᾳ, εἴτε ἐν λόγοις ἢ ἔργοις ἢ ἐνθυμήμασιν ἢ διανοήμασι καὶ ἐπιτηδεύμασι, καὶ πάσαις μου ταῖς αἰσθήσεσι. Καὶ τῇ πρεσβείᾳ τῆς ἀσπόρως κυησάσης σε παναχράντου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας τῆς Μητρός σου, τῆς μόνης ἀκαταισχύντου ἐλπίδος καὶ προστασίας καὶ σωτηρίας μου, καταξίωσόν με ἀκατακρίτως μεταλαβεῖν τῶν ἀχράντων καὶ ἀθανάτων καὶ ζωοποιῶν καὶ φρικτῶν Μυστηρίων σου, εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ εἰς ζωὴν αἰώνιον· εἰς ἁγιασμὸν καὶ φωτισμὸν καὶ ῥώμην καὶ ἴασιν καὶ ὑγείαν ψυχῆς τε καὶ σώματος· καὶ εἰς ἐξάλειψιν καὶ παντελῆ ἀφανισμὸν τῶν πονηρῶν μου λογισμῶν καὶ ἐνθυμήσεων καὶ προλήψεων καὶ νυκτερινῶν φαντασιῶν τῶν σκοτεινῶν καὶ πονηρῶν πνευμάτων. Ὅτι σοῦ ἐστιν ἡ βασιλεία καὶ ἡ δύναμις καὶ ἡ δόξα καὶ ἡ τιμὴ καὶ ἡ προσκύνησις, σὺν τῷ Πατρὶ καὶ τῷ ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

ΕΥΧΗ Ϛ´ (Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ)

Δέσποτα Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ μόνος ἔχων ἐξουσίαν ἀνθρώποις ἀφιέναι ἁμαρτίας, ὡς ἀγαθὸς καὶ φιλάνθρωπος, πάριδέ μου πάντα τὰ ἐν γνώσει καὶ ἀγνοίᾳ πταίσματα, καὶ ἀξίωσόν με ἀκατακρίτως μεταλαβεῖν τῶν θείων καὶ ἐνδόξων καὶ ἀχράντων καὶ ζωοποιῶν σου Μυστηρίων, μὴ εἰς κόλασιν, μὴ εἰς προσθήκην ἁμαρτιῶν, ἀλλ᾿ εἰς καθαρισμὸν καὶ ἁγιασμὸν καὶ ἀῤῥαβῶνα τῆς μελλούσης ζωῆς καὶ βασιλείας· εἰς τεῖχος καὶ βοήθειαν καὶ ἀνατροπὴν τῶν ἐναντίων καὶ εἰς ἐξάλειψιν τῶν πολλῶν μου πλημμελημάτων. Σὺ γὰρ εἶ Θεὸς ἐλέους καὶ οἰκτιρμῶν καὶ φιλανθρωπίας, καὶ σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν, σὺν τῷ Πατρὶ καὶ τῷ ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

ΕΥΧΗ Ζ´ (Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου)
Ἐκ τῶν θείων ἐρωτήσεων τῆς ἁγίας Μεταλήψεως

Ἀπὸ ῥυπαρῶν χειλέων,
ἀπὸ βδελυρᾶς καρδίας,
ἀπὸ ἀκαθάρτου γλώττης,
ἐκ ψυχῆς ἐῤῥυπωμένης,
δέξαι δέησιν, Χριστέ μου·
καὶ μὴ παρωσάμενός μου,
μὴ τοὺς λόγους, μὴ τοὺς τρόπους,
μηδὲ τὴν ἀναισχυντίαν,
δός μοι παῤῥησίᾳ λέγειν,
ἃ βεβούλευμαι, Χριστέ μου,
μᾶλλον δὲ καὶ δίδαξόν με,
τί με δεῖ ποιεῖν καὶ λέγειν.
Ἥμαρτον ὑπὲρ τὴν Πόρνην
ἥ, μαθοῦσα ποῦ κατάγεις,
μύρον ἐξωνησαμένη,
ἦλθε τολμηρῶς ἀλεῖψαι,
σοῦ τοὺς πόδας τοῦ Χριστοῦ μου,
τοῦ Δεσπότου καὶ Θεοῦ μου.
Ὡς ἐκείνην οὐκ ἀπώσω,
προσελθοῦσαν ἐκ καρδίας,
μηδ᾿ ἐμὲ βδελύξῃ, Λόγε,
σοὺς δὲ πάρασχέ μοι πόδας
καὶ κρατῆσαι καὶ φιλῆσαι,
καὶ τῷ ῥείθρῳ τῶν δακρύων,
ὡς πολυτιμήτῳ μύρῳ,
τούτους τολμηρῶς ἀλεῖψαι.
Πλῦνόν με τοῖς δάκρυσί μου,
κάθαρον αὐτοῖς με, Λόγε,
ἄφες καὶ τὰ πταίσματά μου,
καὶ συγγνώμην πάρασχέ μοι.
Οἶδας τῶν κακῶν τὸ πλῆθος,
οἶδας καὶ τὰ τραύματά μου·
καὶ τοὺς μώλωπας ὁρᾷς μου
ἀλλὰ καὶ τὴν πίστιν οἶδας
καὶ τὴν προθυμίαν βλέπεις
καὶ τοὺς στεναγμοὺς ἀκούεις.
Οὐ λανθάνει σε, Θεέ μου,
ποιητά μου, λυτρωτά μου,
οὐδὲ σταλαγμὸς δακρύων,
οὐδὲ σταλαγμοῦ τι μέρος.
Τὸ μὲν ἀκατέργαστόν μου
ἔγνωσαν οἱ ὀφθαλμοί σου·
ἐπὶ τὸ βιβλίον δέ σου,
καὶ τὰ μήπω πεπραγμένα,
γεγραμμένα σοι τυγχάνει.
Ἴδε τὴν ταπείνωσίν μου,
ἴδε μου τὸν κόπον, ὅσος!
καὶ τὰς ἁμαρτίας πάσας
ἄφες μοι, Θεὲ τῶν ὅλων,
ἵνα καθαρᾷ καρδίᾳ,
περιτρόμῳ διανοίᾳ
καὶ ψυχῇ συντετριμμένῃ,
τῶν ἀχράντων σου μετάσχω
καὶ πανάγνων μυστηρίων,
οἷς ζωοῦται καὶ θεοῦται
πᾶς ὁ τρώγων σε καὶ πίνων
ἐξ εἰλικρινοῦς καρδίας.
Σὺ γὰρ εἶπας, Δέσποτά μου·
Πᾶς ὁ τρώγων μου τὴν Σάρκα,
πίνων δέ μου καὶ τὸ Αἷμα,
ἐν ἐμοὶ μὲν οὗτος μένει,
ἐν αὐτῷ δ᾿ ἐγὼ τυγχάνω.
Ἀληθὴς ὁ λόγος πάντως
τοῦ Δεσπότου καὶ Θεοῦ μου.
Τῶν γὰρ θείων ὁ μετέχων
καὶ θεοποιῶν χαρίτων,
οὔμενουν, οὐκ ἔστι μόνος,
ἀλλὰ μετὰ σοῦ, Χριστέ μου,
τοῦ φωτὸς τοῦ τρισηλίου,
τοῦ φωτίζοντος τὸν κόσμον.
Ἵνα γοῦν μὴ μόνος μένω
δίχα σου τοῦ Ζωοδότου,
τῆς πνοῆς μου, τῆς ζωῆς μου,
τοῦ ἀγαλλιάματός μου,
τῆς τοῦ κόσμου σωτηρίας,
διὰ τοῦτό σοι προσῆλθον,
ὡς ὁρᾷς μετὰ δακρύων
καὶ ψυχῆς συντετριμμένης,
λύτρον τῶν ἐμῶν πταισμάτων
ἱκετεύων τοῦ λαβεῖν με,
καὶ τῶν σῶν ζωοπαρόχων
καὶ ἀμέμπτων μυστηρίων
μετασχεῖν ἀκατακρίτως,
ἵνα μείνῃς, καθὼς εἶπας,
μετ᾿ ἐμοῦ τοῦ τρισαθλίου·
ἵνα μή, χωρὶς εὑρών με
τῆς σῆς χάριτος, ὁ πλάνος,
ἀφαρπάσῃ με δολίως,
καὶ πλανήσας ἀπαγάγῃ
τῶν θεοποιῶν σου λόγων.
Διὰ τοῦτό σοι προσπίπτω
καὶ θερμῶς ἀναβοῶ σοι·
Ὡς τὸν Ἄσωτον ἐδέξω,
καὶ τὴν Πόρνην προσελθοῦσαν,
οὕτω δέξαι με τὸν πόρνον
καὶ τὸν ἄσωτον, Οἰκτίρμον,
ἐν ψυχῇ συντετριμμένῃ
νῦν με προσερχόμενόν σοι.
Οἶδα, Σῶτερ, ὅτι ἄλλος,
ὡς ἐγώ, οὐκ ἔπταισέ σοι
οὐδὲ ἔπραξε τὰς πράξεις,
ἃς ἐγὼ κατειργασάμην.
Ἀλλὰ τοῦτο πάλιν οἶδα,
ὡς οὐ μέγεθος πταισμάτων,
οὐχ ἁμαρτημάτων πλῆθος,
ὑπερβαίνει τοῦ Θεοῦ μου
τὴν πολλὴν μακροθυμίαν,
καὶ φιλανθρωπίαν ἄκραν·
ἀλλ᾿ ἐλαίῳ συμπαθείας,
τοὺς θερμῶς μετανοοῦντας,
καὶ καθαίρεις καὶ λαμπρύνεις
καὶ φωτὸς ποιεῖς μετόχους,
κοινωνοὺς Θεότητός σου
ἐργαζόμενος ἀφθόνως·
καί, τὸ ξένον καὶ ἀγγέλοις
καὶ ἀνθρώπων διανοίαις,
ὁμιλεῖς αὐτοῖς πολλάκις,
ὥσπερ φίλοις σου γνησίοις.
Ταῦτα τολμηρὸν ποιεῖ με,
ταῦτά με πτεροῖ, Χριστέ μου·
καὶ θαῤῥῶν ταῖς σαῖς πλουσίαις
πρὸς ἡμᾶς εὐεργεσίαις,
χαίρων τε καὶ τρέμων ἅμα,
τοῦ πυρὸς μεταλαμβάνω,
χόρτος ὢν καὶ ξένον θαῦμα!
δροσιζόμενος ἀφράστως
ὡσπεροῦν ἡ βάτος πάλαι,
ἡ ἀφλέκτως καιομένη.
Τοίνυν εὐχαρίστῳ γνώμῃ,
εὐχαρίστῳ δὲ καρδίᾳ,
εὐχαρίστοις μέλεσί μου,
τῆς ψυχῆς καὶ τῆς σαρκός μου
προσκυνῶ καὶ μεγαλύνω
καὶ δοξάζω σε, Θεέ μου,
ὡς εὐλογημένον ὄντα
νῦν τε καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας.

Εὐχὴ Η´ (Συμεὼν τοῦ Μεταφραστοῦ)

Ὁ μόνος καθαρὸς καὶ ἀκήρατος Κύριος, ὁ δι᾿ οἶκτον φιλανθρωπίας ἀνεκδιήγητον τὸ ἡμέτερον ὅλον προσλαβόμενος φύραμα, ἐκ τῶν ἁγνῶν καὶ παρθενικῶν αἱμάτων τῆς ὑπερφυῶς κυησάσης σε, Πνεύματος Θείου ἐπελεύσει καὶ εὐδοκίᾳ Πατρὸς ἀϊδίου, Χριστὲ Ἰησοῦ, σοφία Θεοῦ καὶ εἰρήνη καὶ δύναμις· ὁ τῷ προσλήμματὶ σου τὰ ζωοποιὰ καὶ σωτήρια πάθη καταδεξάμενος, τὸν Σταυρόν, τοὺς ἤλους, τὴν λόγχην, τὸν θάνατον, νέκρωσόν μου τὰ ψυχοφθόρα πάθη τοῦ σώματος. Ὁ τῇ ταφῇ σου τὰ τοῦ ᾅδου σκυλεύσας βασίλεια, θάψον μου διὰ τῶν ἀγαθῶν λογισμῶν τὰ πονηρὰ διαβούλια, καὶ τὰ τῆς πονηρίας πνεύματα διασκέδασον. Ὁ τῇ τριημέρῳ σου καὶ ζωηφόρῳ Ἀναστάσει τὸν πεπτωκότα προπάτορα ἀναστήσας, ἀνάστησόν με τῇ ἁμαρτίᾳ κατολισθήσαντα, τρόπους μοι μετανοίας ὑποτιθέμενος. Ὁ τῇ ἐνδόξῳ σου Ἀναλήψει τῆς σαρκὸς θεώσας τὸ πρόσλημμα καὶ τοῦτο τῇ δεξιᾷ καθέδρᾳ τιμήσας τοῦ Πατρός, ἀξίωσόν με, διὰ τῆς τῶν ἁγίων σου μυστηρίων μεταλήψεως, τῆς δεξιᾶς μερίδος τῶν σῳζομένων τυχεῖν. Ὁ τῇ ἐπιδημίᾳ τοῦ παρακλήτου Πνεύματος σκεύη τίμια τοὺς ἱερούς σου μαθητὰς ἐργασάμενος, δοχεῖον κἀμὲ τῆς αὐτοῦ ἀνάδειξον ἐπελεύσεως. Ὁ μέλλων πάλιν ἔρχεσθαι κρῖναι τὴν οἰκουμένην ἐν δικαιοσύνῃ, εὐδόκησον κἀμὲ προϋπαντῆσαὶ σοι ἐν νεφέλαις τῷ ποιητῇ καὶ πλάστῃ μου σὺν πᾶσι τοῖς ἁγίοις σου· ἵνα ἀτελευτήτως δοξολογῶ καὶ ἀνυμνῶ σε, σὺν τῷ ἀνάρχῳ σου Πατρὶ καὶ τῷ παναγίῳ καὶ ἀγαθῷ καὶ ζωοποιῷ σου Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Εὐχὴ Θ´ (Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ)

Πρὸ τῶν θυρῶν τοῦ ναοῦ σου παρέστηκα καὶ τῶν δεινῶν λογισμῶν οὐκ ἀφίσταμαι, ἀλλὰ σύ, Χριστὲ ὁ Θεός, ὁ Τελώνην δικαιώσας καὶ Χαναναίαν ἐλεήσας καὶ τῷ Λῃστῇ παραδείσου πύλας ἀνοίξας, ἄνοιξόν μοι τὰ σπλάγχνα τῆς φιλανθρωπίας σου καὶ δέξαι με προσερχόμενον καὶ ἁπτόμενόν σου, ὡς τὴν Πόρνην καὶ τὴν Αἱμόῤῥουν· ἡ μὲν γάρ, τοῦ κρασπέδου σου ἁψαμένη εὐχερῶς τὴν ἴασιν ἔλαβεν, ἡ δέ, τοὺς σοὺς ἀχράντους πόδας κρατήσασα, τὴν λύσιν τῶν ἁμαρτημάτων ἐκομίσατο. Ἐγὼ δὲ ὁ ἐλεεινός, ὅλον τὸ Σῶμα τολμῶν δέξασθαι, μὴ καταφλεχθείην· ἀλλὰ δέξαι με, ὥσπερ ἐκείνας, καὶ φώτισόν μου τὰ τῆς ψυχῆς αἰσθητήρια, καταφλέγων μου τὰ τῆς ἁμαρτίας ἐγκλήματα, πρεσβείαις τῆς ἀσπόρως τεκούσης σε καὶ τῶν ἐπουρανίων δυνάμεων. Ὅτι εὐλογητὸς εἶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Εὐχὴ Ι´ (Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου)

Πιστεύω, Κύριε, καὶ ὁμολογῶ ὅτι σὺ εἶ ἀληθῶς ὁ Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, ὁ ἐλθὼν εἰς τὸν κόσμον ἁμαρτωλοὺς σῶσαι, ὦν πρῶτὸς εἰμι ἐγώ. Ἔτι πιστεύω ὅτι τοῦτο αὐτό ἐστι τὸ ἄχραντον Σῶμά σου καὶ τοῦτο αὐτό ἐστι τὸ τίμιον Αἷμά σου. Δέομαι οὖν σου· Ἐλέησόν με καὶ συγχώρησὸν μοι τὰ παραπτώματά μου, τὰ ἑκούσια καὶ τὰ ἀκούσια, τὰ ἐν λόγῳ, τὰ ἐν ἔργῳ, τὰ ἐν γνώσει καὶ ἀγνοίᾳ· καὶ ἀξίωσόν με ἀκατακρίτως μετασχεῖν τῶν ἀχράντων σου μυστηρίων, εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ εἰς ζωὴν αἰώνιον. Ἀμήν.

Ἀπερχόμενος δὲ μεταλαβεῖν, λέγε τοὺς παρόντας στίχους.

Συμεὼν τοῦ Μεταφραστοῦ

Ἰδού, βαδίζω πρὸς θείαν κοινωνίαν·
Πλαστουργέ, μὴ φλέξῃς με τῇ μετουσίᾳ·
πῦρ γὰρ ὑπάρχεις τοὺς ἀναξίους φλέγον.
ἀλλ᾿ οὖν κάθαρον ἐκ πάσης με κηλῖδος.

Τὸ Τροπάριον·

Τοῦ Δείπνου σου τοῦ μυστικοῦ σήμερον, Υἱὲ Θεοῦ, κοινωνόν με παράλαβε· οὐ μὴ γὰρ τοῖς ἐχθροῖς σου τὸ μυστήριον εἴπω· οὐ φίλημά σοι δώσω, καθάπερ ὁ Ἰούδας· ἀλλ᾿ ὡς ὁ Λῃστὴς ὁμολογῶ σοι· Μνήσθητί μου, Κύριε, ἐν τῇ βασιλείᾳ σου.

Τοὺς παρόντας στίχους·

Θεουργὸν Αἷμα φρίξον, ἄνθρωπε, βλέπων·
ἄνθραξ γάρ ἐστι τοὺς ἀναξίους φλέγων·
Θεοῦ τὸ Σῶμα καὶ θεοῖ με καὶ τρέφει·
θεοῖ τὸ πνεῦμα, τὸν δὲ νοῦν τρέφει ξένως.

Τὰ τροπάρια ταῦτα·

Ἔθελξας πόθῳ με, Χριστέ, καὶ ἠλλοίωσας τῷ θείῳ σου ἔρωτι· ἀλλὰ κατάφλεξον πυρὶ ἀΰλῳ τὰς ἁμαρτίας μου, καὶ ἐμπλησθῆναι τῆς ἐν σοὶ τρυφῆς καταξίωσον, ἵνα τὰς δύο σκιρτῶν μεγαλύνω, Ἀγαθέ, παρουσίας σου.
Ἐν ταῖς λαμπρότησι τῶν ἁγίων σου, πῶς εἰσελεύσομαι ὁ ἀνάξιος; Ἐὰν γὰρ τολμήσω συνεισελθεῖν εἰς τὸν νυμφῶνα, ὁ χιτών με ἐλέγχει ὅτι οὐκ ἔστι τοῦ γάμου, καὶ δέσμιος ἐκβαλοῦμαι ὑπὸ τῶν ἀγγέλων. Καθάρισον, Κύριε, τὸν ῥύπον τῆς ψυχῆς μου καὶ σῶσόν με, ὡς φιλάνθρωπος.

Καὶ τὴν παροῦσαν εὐχήν·

Δέσποτα φιλάνθρωπε, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεός μου, μὴ εἰς κρῖμὰ μοι γένοιτο τὰ Ἅγια ταῦτα διὰ τὸ ἀνάξιον εἶναί με, ἀλλ᾿ εἰς κάθαρσιν καὶ ἁγιασμὸν ψυχῆς τε καὶ σώματος, καὶ εἰς ἀῤῥαβῶνα τῆς μελλούσης ζωῆς καὶ βασιλείας. Ἐμοὶ δὲ τῷ προσκολλᾶσθαι τῷ Θεῷ ἀγαθόν ἐστι· τίθεσθαι ἐν τῷ Κυρίῳ τὴν ἐλπίδα τῆς σωτηρίας μου.

Καὶ πάλιν·

Τοῦ Δείπνου σου τοῦ μυστικοῦ σήμερον, Υἱὲ Θεοῦ, κοινωνόν με παράλαβε· οὐ μὴ γὰρ τοῖς ἐχθροῖς σου τὸ μυστήριον εἴπω· οὐ φίλημά σοι δώσω, καθάπερ ὁ Ἰούδας· ἀλλ᾿ ὡς ὁ Λῃστὴς ὁμολογῶ σοι· Μνήσθητί μου, Κύριε, ἐν τῇ βασιλείᾳ σου.

ΤΗΝ ΕΠΟΜΕΝΗ ΗΜΕΡΑ

Τὸ πρωὶ μετὰ ἀπὸ τὴ συνηθισμένη Πρωϊνὴ Ἀκολουθία λέγε·
Ἅγιος εἶσαι Θεὲ (Πατέρα), Ἅγιος εἶσαι (Υἱὲ) Δυνατέ, Ἅγιο εἶσαι Ἀθάνατο (Πνεῦμα), ἐλέησέ μας (τρεῖς φορές).
Δόξα στὸν Πατέρα, στὸν Υἱὸ καὶ στὸ Ἅγιο Πνεῦμα. καὶ τώρα καὶ πάντοτε καὶ στοὺς ἀπέραντους αἰῶνες. Ἀμήν.
Παναγία Τριάδα, ἐλέησέ μας, Κύριε (Θεὲ Πατέρα) δεῖξε εὐσπλαγχνία γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας. Δέσποτα (Υἱὲ) συγχώρεσε τὶς ἀνομίες μας. Ἅγιο (Πνεῦμα) ἐπίσκεψε καὶ θεράπευσε τὶς ἀδυναμίες μας, ἐξ αἰτίας τοῦ ὀνόματός Σου.
Κύριε ἐλέησε, Κύριε ἐλέησε, Κύριε ἐλέησε.
Δόξα... καὶ τώρα...
Ἐπουράνιε Πατέρα μας, ἂς εἶναι ἁγιασμένο τὸ ὄνομά Σου. Ἂς ἔλθει ἡ βασιλεία Σου, ἂς γίνει τὸ θέλημά Σου, ὅπως στὸν οὐρανό, ἔτσι καὶ στὴ γῆ. Δῶσε μας σήμερα τὴν ἀπαραίτητη γιὰ τὴ συντήρησή μας τροφὴ καὶ συγχώρεσε τὶς ἁμαρτίες μας, ὅπως κι ἐμεῖς συγχωροῦμε ὅσους μᾶς ἀδικοῦν. καὶ μὴν ἐπιτρέψεις νὰ πέσουμε σὲ πειρασμὸ (ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴ δική μας διάθεση), ἀλλὰ φύλαξέ μας κι ἀπὸ τοὺς πειρασμοὺς ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὸν πονηρὸ (τὸν διάβολο).
Γιατὶ ἐσὺ ἔχεις τὴν ἐξουσία καὶ τὴ δύναμη καὶ σὲ Σένα ἀνήκει ἡ δόξα, στὸν Πατέρα καὶ στὸν Υἱὸ καὶ στὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τώρα καὶ πάντοτε καὶ στοὺς ἀπέραντους αἰῶνες. Ἀμήν.
Κύριε ἐλέησε (δώδεκα φορές).
Δόξα... καὶ τώρα...
Ἐλᾶτε νὰ προσκυνήσουμε καὶ νὰ πέσουμε στὰ πόδια τοῦ Βασιλιᾶ μας Θεοῦ.
Ἐλᾶτε νὰ προσκυνήσουμε καὶ νὰ πέσουμε στὰ πόδια τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Βασιλιᾶ μας Θεοῦ.
Ἐλᾶτε νὰ προσκυνήσουμε καὶ νὰ πέσουμε στὰ πόδια τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Βασιλιᾶ καὶ Θεοῦ μας.

Ψαλμὸς 22ος.

Ὁ Κύριος προνοεῖ γιὰ μένα καὶ ποτὲ δὲ θὰ μοῦ λείψει τίποτα. Μὲ ἔφερε νὰ κατοικήσω σὲ τόπους εὔφορους καὶ χλοερούς. Μὲ διατρέφει κοντὰ σὲ δροσερὲς πηγὲς ποὺ μὲ ἀναπαύουν. Μὲ ἐπανέφερε στὴ ζωή. Μὲ ὁδήγησε στὸ δρόμο τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς δικαιοσύνης, ἀπὸ τὴ μεγάλη Του ἀγάπη γιὰ τὴν ὁποία δοξάζεται τὸ ὄνομὰ Του. Ἐὰν ποτέ, Κύριε, πορευθῶ μέσα ἀπὸ σκοτεινοὺς τόπους στοὺς ὁποίους κυριαρχεῖ ὁ θάνατος, οὔτε καὶ τότε θὰ φοβηθῶ τίποτε, γιατὶ θὰ εἶσαι Ἐσὺ μαζί μου. Ἡ δύναμη τῆς πίστεώς μου σ᾿ Ἐσένα, ποὺ τὴ χρησιμοποιῶ σὰν στήριγμα καὶ ὁδηγό, αὐτὴ μὲ παρηγορεῖ στὶς δύσκολες περιστάσεις. Ἑτοίμασες πλούσιο τραπέζι γιὰ μένα, ἀκριβῶς μπροστὰ στὰ μάτια τῶν ἐχθρῶν μου. Ἄλειψες τὸ κεφάλι μου μὲ ἁγιασμένο λάδι καὶ μοῦ πρόσφερες ποτήρι μὲ μεθυστικὸ ἄριστο κρασί. καὶ τὸ ἔλεός σου θὰ μὲ συνοδεύει σ᾿ ὅλη μου τὴ ζωή· ἕως ὅτου ἀξιωθῶ νὰ κατοικῶ αἰώνια στὸν οἶκο τοῦ Κυρίου.

Ψαλμὸς 23ος.

Στὴν ἐξουσία τοῦ Κυρίου ἀνήκει ἡ γῆ καὶ ὅ,τι ὑπάρχει σ᾿ αὐτήν, ἡ οἰκουμένη κι ὅλοι ὅσοι κατοικοῦν πάνω σ᾿ αὐτή. Γιατὶ ὁ Κύριος τὴ θεμελίωσε πάνω στὴ θάλασσα καὶ τὴ στερέωσε πάνω στὰ ποτάμια. Ποιός θὰ ἀνεβεῖ πάνω στὸ βουνὸ τοῦ Κυρίου καὶ ποιός θὰ σταθεῖ μὲ παρρησία στὸν ἅγιο τόπο Του; Μόνον ὅποιος ἔχει καθαρὰ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία χέρια καὶ ἡ καρδιά του εἶναι ἀμόλυντη· αὐτὸς ποὺ δὲν ἀσχολήθηκε μὲ μάταια πράγματα καὶ ποτὲ δὲν ὁρκίστηκε δόλια μὲ σκοπὸ νὰ ἐξαπατήσει τὸν ἀδελφό του. Αὐτὸς θὰ λάβει εὐλογία ἀπὸ τὸν Κύριο καὶ θὰ ἐλεηθεῖ ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ Σωτήρα του. Αὐτὴ εἶναι ἡ γενιὰ ἐκείνων ποὺ συνεχῶς (στὴ ζωή τους) ἐκζητοῦν τὴν παρουσία τοῦ Κυρίου, ἐκζητοῦν τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ Ἰακώβ. Ἀνοῖξτε τὶς πύλες οἱ ἄρχοντες. Ὅσες πύλες παραμένετε αἰώνιες ἀνοῖξτε διάπλατα γιὰ νὰ εἰσέλθει ὁ ἔνδοξος Βασιλιάς. Ποιός εἶναι αὐτὸς ὁ ἔνδοξος Βασιλιὰς; Εἶναι ὁ Κύριος ὁ πανίσχυρος καὶ κυρίαρχος, ὁ δυνατὸς στοὺς πολέμους. Ἀνοῖξτε τὶς πύλες οἱ ἄρχοντες, καὶ μεγαλῶστε πύλες αἰώνιες γιὰ νὰ εἰσέλθει ὁ ἔνδοξος Βασιλιάς. Ποιός εἶναι αὐτὸς ὁ ἔνδοξος Βασιλιὰς; Ὁ Κύριος, ὁ ἰσχυρὸς καὶ δυνατός, αὐτὸς εἶναι ὁ ἔνδοξος Βασιλιάς.

Ψαλμὸς 115ος.

Πίστεψα στὸ Θεό, γι᾿ αυτὸ καὶ μίλησα (γιὰ τὶς εὐεργεσίες Του). Ταπεινώθηκα πολὺ ἀπὸ τοὺς πειρασμοὺς καὶ εἶπα στὴν παραζάλη μου· κάθε ἄνθρωπος εἶναι ψεύτης. Τί μπορῶ νὰ ἀνταποδώσω στὸν Κύριό μου σὰν ἀντάλλαγμα στὶς εὐεργεσίες Του; Μόνο μὲ τὸ νὰ πάρω ποτήρι ἀναμνηστικὸ τῆς σωτηρίας μου καὶ νὰ ἐπικαλεστῶ τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου μου. Τὶς εὐχαριστίες μου πρὸς τὸ Θεὸ θὰ τὶς ἀναπέμψω μπροστὰ σ᾿ ὅλο τὸ λαὸ Του. Ὁ θάνατος τῶν Ἁγίων εἶναι σπουδαῖος στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ τοὺς χαρίζει τὴν αἰωνιότητα. Ὢ, Κύριε, δοῦλος Σου εἶμαι ἐγὼ καὶ γιὸς τῆς δούλης σου· Ἐσὺ μὲ ἐλευθέρωσες ἀπὸ τὰ δεσμά μου. Γι᾿ αὐτὸ κι ἐγὼ θὰ Σοῦ προσφέρω θυσία εὐχαριστίας καὶ θὰ ἐπικαλεστῶ τὸ ὄνομά Σου. Τὶς εὐχαριστίες μου πρὸς τὸ Θεὸ θὰ τὶς ἀναπέμψω μπροστὰ σ᾿ ὅλο τὸ λαὸ Του, στὶς αὐλὲς τοῦ οἴκου Του, ποὺ βρίσκεται στὸ κέντρο σου Ἱερουσαλήμ.
Δόξα... καὶ τώρα... Ἀλληλούϊα (τρεῖς φορές). Δόξα σὲ Σένα Θεέ μας (τρεῖς φορές). Κύριε, ἐλέησέ μας (τρεῖς φορές).

Καὶ τὰ τροπάρια.

Κύριε, Σὺ ποὺ γεννήθηκες ἀπὸ τὴν Παρθένο Μαρία παράβλεψε τὶς ἁμαρτίες μου καὶ καθάρισε τὴν καρδιά μου, κάνοντὰς την ναὸ ἄξιο νὰ δεχτεῖ τὸ ἄχραντο Σῶμα καὶ Αἷμα Σου. Σὺ ποὺ ἔχεις ἀμέτρητο ἔλεος μὴ μὲ διώξεις μακριὰ ἀπὸ τὸ πρόσωπό Σου.

Δόξα.

Στὴ μετάληψη τῶν ἁγίων Μυστηρίων Σου πῶς θὰ μπορέσω νὰ προσέλθω ὁ ἀνάξιος; Γιατὶ ἂν τολμήσω νὰ προσέλθω μαζὶ μὲ κείνους ποὺ εἶναι ἄξιοι, τὸ λερωμένο (ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες) ἔνδυμα τῆς ψυχῆς μου θὰ μὲ ἐλέγξει, ὄντας ἀκατάλληλο γιὰ τὸ Μυστικό Σου Δεῖπνο, καὶ θὰ προσθέσω κανούριες ἁμαρτίες στὴν πολυάμαρτη ψυχή μου. Γι᾿ αὐτό, Κύριε, καθάρισε τὴν ψυχή μου καὶ σῶσε με ὡς φιλάνθρωπος.

Καὶ τώρα. Θεοτοκίο.

Ἀμέτρητες εἶναι οἱ ἁμαρτίες μου, Θεοτόκε. Καταφεύγω σὲ σένα, Ἁγνή, ἔχοντας ἀνάγκη σωτηρίας. Πρόσεξε τὴν ἄρρωστη ψυχή μου, μόνη εὐλογημένη, καὶ παρακάλεσε τὸν Υἱό σου καὶ Θεό μας νὰ μοῦ συγχωρήσει ὅσα φοβερὰ διέπραξα.

Τὴν ἁγία καὶ Μεγάλη Πέμπτη λέγε τὸ παρόν·

Ὅταν οἱ ἔνδοξοι μαθητές Σου, (Κύριε), τὸ βράδυ τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου ποὺ τοὺς ἔπλενες τὰ πόδια, φωτίζονταν (ἀπὸ τὸ ὑπόδειγμα τῆς ταπεινώσεὼς σου), τότε ὁ ἀσεβὴς Ἰούδας σκοτιζόταν ἀπὸ τὴν ἀρρώστια τῆς φιλαργυρίας. καὶ παραδίνει Ἐσένα τὸν δίκαιο Κριτὴ σὲ κριτὲς ἄδικους καὶ παράνομους. Πρόσεξε, λοιπόν, κι ἐσὺ ἄνθρωπε ποὺ ἀγαπᾶς τὰ χρήματα, αὐτὸν ποὺ ἀκριβῶς γι᾿ αὐτὰ κρεμάστηκε· ἀπόφευγε νὰ γίνεται ἡ ψυχή σου ἄπληστη σὰν τοῦ Ἰούδα, ποὺ τόλμησε νὰ διαπράξει τὴν προδοσία στὸν Διδάσκαλο. Ἂς εἶσαι δοξασμένος Κύριε, Σὺ ποὺ ὅλους τοὺς περιβάλλεις μὲ ἀγάπη.

ΔΙΔΑΚΤΙΚΟΙ ΣΤΙΧΟΙ

Γιὰ τὸ πῶς πρέπει νὰ προσέρχεται κανεὶς γιὰ νὰ κοινωνήσει τὰ Ἄχραντα Μυστήρια.

Συμεὼν τοῦ Μεταφραστῆ.

Τώρα, ἄνθρωπε, ποὺ πρόκειται νὰ μεταλάβεις τὸ Σῶμα τοῦ Δεσπότη Χριστοῦ,
πλησίασε μὲ φόβο γιὰ νὰ μὴν καεῖς, γιατὶ εἶναι φωτιά.
Πρὶν τολμήσεις νὰ πιεῖς τὸ θεϊκὸ Αἷμα καὶ νὰ λάβεις ἔτσι μέρος στὸ Μυστήριο,
συμφιλιώσου μ᾿ ὅσους σὲ ἔχουν ἀδικήσει
κι ἔπειτα πρόσελθε μὲ θάρρος νὰ μεταλάβεις τὴ μυστικὴ τροφή.

Ἄλλοι στίχοι ὅμοιοι·

Πρὶν νὰ λάβεις κι ἐσὺ μέρος στὴν ὑπέρτατη θυ σία
τοῦ ζωοποιοῦ Σώματος τοῦ Δεσπότη Χριστοῦ,
προσευχήσου μὲ θεῖο φόβο κατὰ τὸν ἑξῆς τρόπο.

Εὐχὴ 1η. Μεγάλου Βασιλείου.

Δέσποτα Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεός μας, ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς καὶ τῆς ἀθανασίας, ὁ Δημιουργὸς ὅλης τῆς ὁρατῆς καὶ ἀοράτου κτίσεως, ὁ πάντοτε ὑπάρχων ὡς Υἱὸς τοῦ ἀνάρχου Πατέρα Σου, ποὺ γιὰ τὴν πολλή Σου ἀγάπη, ὅταν ἦρθε ἡ κατάλληλη ὥρα, ἔγινες Ἄνθρωπος, σταυρώθηκες καὶ θυσιάστηκες γιὰ μᾶς τοὺς ἀχάριστους καὶ ἀγνώμονες, ποὺ μὲ τὸ δικό Σου Αἷμα ἔδωσες καινούρια ζωὴ στὴ φθαρμένη ἀπὸ τὴν ἁμαρτία ἀνθρωπότητα· Ἐσὺ ἀθάνατε Βασιλιά, πρόσδεξεκαὶ τὴ δική μου μετάνοια, καὶ ἄκουσε καὶ πρόσεξε τὶς προσευχές μου. Γιατὶ ἁμάρτησα, Κύριε· ἁμάρτησα πρὸς τὸν οὐρανὸ καὶ σὲ Σένα τὸν Ἴδιο, καὶ δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ στρέψω τὸ βλέμμα μου πρὸς τὴ μεγάλη Σου δόξα. Γιατί, μὲ τὸ νὰ παραβῶ τὶς ἐντολές Σου καὶ νὰ μὴν ὑπακούσω τὰ προστάγματά Σου, ἐξόργισα τὴν ἀγάπη Σου. Ἀλλὰ Σύ, Κύριε, ποὺ εἶσαι ἀνεξίκακος, μακρόθυμος καὶ πολυέλεος, δὲν μὲ ἄφησες νὰ χαθῶ μαζὶ μὲ τὰ ἁμαρτήματά μου, περιμένοντας πάντα τὴ μέρα ποὺ θὰ ἐπιστρέψω πάλι κοντά Σου. Γιατὶ Ἐσύ, φιλάνθρωπε Θεέ μας, εἶπες διὰ τοῦ προφήτου Σου· Δὲν θέλω τὸ θάνατο τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἀλλὰ τὴν ἐπιστροφή του καὶ τὴ σωτηρία του. Γιατὶ δὲν θέλεις νὰ χαθεῖ ὁ ἄνθρωπος ποὺ εἶναι ἔργο τῶν χεριῶν Σου, οὔτε χαίρεσαι ὅταν χάνονται οἱ ἄνθρωποι (ἐξαιτίας τῶν ἁμαρτιῶν τους), ἀλλὰ ἐπιθυμεῖς ὅλοι οἱ ἄνθρωποι νὰ σωθοῦν καὶ νὰ γνωρίσουν τὴν ἀλήθεια. Γι᾿ αὐτὸ κι ἐγώ, ἂν καὶ δὲν εἶμαι ἄξιος οὔτε γιὰ τὸν οὐρανὸ οὔτε γιὰ τὴ γῆ, ἀλλ᾿ οὔτε καὶ γι᾿ αὐτὴ τὴν πρόσκαιρη ζωή, ἀφοῦ ὑπέταξα ὅλον τὸν ἑαυτό μου στὴν ἁμαρτία καὶ τὸν ὑποδούλωσα στὶς μάταιες ἡδονές, καὶ ἔτσι ἀμαύρωσα τὴν εἰκόνα Σου, ἐπειδὴ ὅμως ἐξακολουθῶ νὰ εἶμαι δημιούργημα καὶ πλάσμα δικό Σου, δὲν ἀπελπίζομαι ὁ ἄθλιος γιὰ τὴ δική μου σωτηρία καὶ προσβλέποντας μὲ θάρρος στὴν ἀμέτρητη εὐσπλαγχνία Σου προσέρχομαι (νὰ κοινωνήσω). Δέξου, λοιπόν, κι ἐμένα, φιλάνθρωπε Χριστέ, ὅπως τὴν πόρνη, ὅπως τὸν ληστή, ὅπως τὸν Τελώνη καὶ τὸν Ἄσωτο γιό. καὶ σήκωσε ἀπὸ πάνω μου τὸ βαρὺ φορτίο τῶν ἁμαρτιῶν μου ποὺ μὲ πλακώνει· Ἐσὺ ποὺ βάσταξες καὶ βαστάζεις τὶς ἁμαρτίες τοῦ κόσμου (πάνω στὸ Σταυρὸ) καὶ θεραπεύεις τὶς ἀδυναμίες τῶν ἀνθρώπων· ποὺ προσκαλεῖς κοντά Σου καὶ ξεκουράζεις ὅλους τοὺς κουρασμένους καὶ ἀποκαμωμένους (ἀπ᾿ τὸ ζυγὸ τῆς ἁμαρτίας)· ποὺ δὲν ἦλθες στὸν κόσμο γιὰ νὰ καλέσεις τοὺς δικαίους σὲ μετάνοια ἀλλὰ τοὺς ἁμαρτωλοὺς (ὅπως ἐγὼ)· καθάρισέ με ἀπὸ κάθε μολυσμὸ τοῦ σώματος καὶ τῆς ψυχῆς μου· δίδαξέ με νὰ ζῶ ἁγία ζωὴ ποὺ θὰ ἐμπνέεται ἀπὸ τὸ σεβασμὸ στὶς ἐντολές Σου. Γιὰ νὰ μπορῶ μὲ ἤρεμη καὶ καθαρὴ συνείδηση νὰ δεχτῶ τὰ ἅγια Μυστήριά Σου καὶ νὰ ἑνωθῶ μὲ τὸ ἅγιο Σῶμα καὶ Αἷμα Σου, καὶ νὰ κατοικεῖς καὶ νὰ μένεις μέσα μου, μαζὶ μὲ τὸν Θεὸ Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα Σου. Ναί, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεός μου· ἂς μὴ μοῦ προσθέσει κι ἄλλη ἁμαρτία ἡ μετάληψη τῶν ἀχράντων καὶ ζωοποιῶν Σου Μυστηρίων, καὶ οὔτε νὰ γίνω ψυχικὰ καὶ σωματικὰ ἀσθενής, ἐπειδὴ μεταλαμβάνω ἀναξίως τὰ ἅγια Δῶρα Σου. Ἀλλά, ἀντιθέτως, βοήθησέ με μέχρι τὴν τελευταία μου ἀναπνοὴ νὰ δέχομαι χωρὶς κατάκριση τὰ ἅγια Μυστήριά Σου, γιὰ νὰ ἔχω τὴν χάρη καὶ τὴν κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, νὰ τὰ ἔχω ἐφόδια πολύτιμα γιὰ τὴν αἰώνια ζωὴ καὶ νὰ εἶναι καλόδεχτη ἡ ἀπολογία μου ὅταν ἐνώπιόν Σου κριθῶ γιὰ τὶς πράξεις μου. Γιὰ νὰ μετάσχω κι ἐγὼ μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς ἐκλεκτούς Σου στὴν ἀπόλαυση τῶν αἰωνίων Σου ἀγαθῶν, ποὺ ἑτοίμασες γιὰ κείνους ποὺ Σὲ ἀγαποῦν, Κύριε, ἀπ᾿ τοὺς ὁποίους καὶ διαρκῶς δοξάζεσαι στοὺς αἰῶνες. Ἀμήν.

Εὐχὴ 2η. Τοῦ ἰδίου.

Γνωρίζω, Κύριε, ὅτι κοινωνῶ τὸ ἄχραντο Σῶμα Σου καὶ τὸ τίμιο Αἷμα Σου χωρὶς νὰ εἶμαι ἄξιος καὶ ὅτι εἶμαι ἔνοχος καὶ γι᾿ αὐτὸ τρώγω καὶ πίνω τὴν καταδίκη μου, ἀφοῦ κοινωνῶ χωρὶς νὰ ἔχω συνειδητοποιήσει πλήρως ὅτι τὰ Μυστήρια αὐτὰ εἶναι τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα Σου, Χριστέ μου, ποὺ εἶσαι ὁ Θεός μου. Ὅμως προσβλέποντας μὲ θάρρος στὴν καλοσύνη Σου, πλησιάζω σ᾿ Ἐσένα ποὺ εἶπες· ὅποιος τρώει τὴ Σάρκα Μου καὶ πίνει τὸ Αἷμα Μου, μένει μέσα Μου κι ἐγὼ μαζί του. Λυπήσου με, Κύριε, καὶ μὴ μὲ τιμωρήσεις παραδειγματικά, τὸν ἁμαρτωλό, ἀλλὰ δεῖξε καὶ σὲ μένα τὸ ἔλεός Σου. καὶ ἂς συντελέσουν τοῦτα τὰ Ἅγια Δῶρα στὴ θεραπεία μου καὶ στὸν καθαρισμὸ καὶ τὸ φωτισμὸ καὶ τὴν προφύλαξη καὶ τὴ σωτηρία καὶ τὸν ἁγιασμὸ τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματός μου· γιὰ νὰ ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ μένα κάθε πονηρὴ σκέψη καὶ πράξη καὶ διαβολικὴ ἐνέργεια ποὺ ξεκινᾶ ἀπὸ τὴ σκέψη μου καὶ πραγματοποιεῖται ἀπὸ τὰ μέλη τοῦ σώματός μου. Γιὰ νὰ ἔχω θάρρος νὰ Σὲ ὁμολογῶ καὶ νὰ Σὲ ἀγαπῶ· γιὰ νὰ ἀλλάξω τὴ ζωή μου καὶ νὰ ζῶ πλέον μὲ ἀσφάλεια κάτω ἀπὸ τὴν σκέπη Σου· γιὰ νὰ αὐξάνω σὲ ἀρετὴ καὶ τελειότητα τηρώντας τὶς ἐντολές Σου· γιὰ νὰ ἔχω τὴ χάρη καὶ τὴν κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος· γιὰ νὰ ἔχω ἐφόδιο γιὰ τὴν αἰώνια ζωὴ καὶ νὰ εἶναι καλόδεχτη ἡ ἀπολογία μου (ὅταν ἐνώπιόν Σου κριθῶ γιὰ τὶς πράξεις μου). Γι᾿ αὐτὸ (Κύριε) ἂς μὴν ἀποβεῖ σὲ μένα ἡ Κοινωνία αὐτὴ καταδίκη ἢ κατάκριση.

Εὐχὴ 3η. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου.

Κύριε καὶ Θεέ μου, γνωρίζω πὼς δὲν εἶμαι ἄξιος, οὔτε ἱκανὸς γιὰ νὰ εἰσέλθεις καὶ νὰ κατοικήσεις στὴν ψυχή μου, γιατὶ ἔχει ὅλη ἐρημωθεῖ καὶ καταπέσει ἀπὸ τὸ βάρος τῶν ἁμαρτιῶν, καὶ δὲν θὰ βρεῖς κατάλληλο μέρος γιὰ νὰ μείνεις. Ἀλλά, ὅπως ταπεινώθηκες καὶ κατέβηκες ἀπ᾿ τὸν οὐρανὸ γιὰ τὴ σωτηρία μας, ἔτσι καὶ τώρα ἔλα στὸ μέτρο τῆς δικῆς μου ταπεινώσεως. καὶ ὅπως καταδέχτηκες ὡς βρέφος νὰ τοποθετηθεῖς σὲ σπηλιὰ καὶ φάτνη ἄλογων ζώων, ἔτσι καταδέξου νὰ ἔλθεις στὴ φάτνη καὶ τῆς δικῆς μου ψυχῆς, ποὺ ἡ ἁμαρτία τὴν κατήντησε χωρὶς σύνεση, καὶ στὸ μολυσμένο σῶμα μου. καὶ ὅπως δὲ θεώρησες ἀνάξιο τὸ νὰ εἰσέλθεις καὶ νὰ δειπνήσεις μαζὶ μὲ ἁμαρτωλοὺς στὸ σπίτι τοῦ λεπροῦ Σίμωνα, ἔτσι καταδέξου νὰ εἰσέλθεις καὶ στὸ σπίτι τῆς ταπεινῆς μου ψυχῆς, τοῦ λεπροῦ (πνευματικὰ) καὶ ἁμαρτωλοῦ. καὶ ὅπως δὲν ἔδιωξες μακριά Σου τὴν ὅμοια μὲ μένα, ὡς πρὸς τὴν ἁμαρτία, ἁμαρτωλὴ γυναίκα, ὅταν ἦρθε κοντά Σου καὶ σὲ ἄγγιξε, ἔτσι λυπήσου κι ἐμένα τὸν ἁμαρτωλό, τώρα ποὺ σὲ πλησιάζω καὶ σὲ ἀγγίζω. καὶ ὅπως δὲ σιχάθηκες τὸ ἀκάθαρτο (ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες) καὶ ρυπαρό της στόμα ποὺ Σὲ φιλοῦσε, οὔτε καὶ τὸ δικό μου στόμα νὰ σιχαθεῖς ποὺ εἶναι πιὸ ἀκάθαρτο καὶ πιὸ ρυπαρὸ ἀπὸ τὸ δικό της, οὔτε τὰ βρώμικα καὶ σιχαμερὰ καὶ ἀσεβὴ χείλη μου, οὔτε καὶ τὴν πιὸ ἀκάθαρτη γλώσσα μου. Ἀλλὰ ἂς μοῦ γίνει τὸ πανάγιό Σου Σῶμα καὶ τὸ πολύτιμο Αἷμα Σου ἄνθρακας (φωτιὰ), ποὺ θὰ μὲ ἁγιάσει, θὰ μὲ φωτίσει καὶ θὰ δυναμώσει (τὴν ἀδύναμη ἀπὸ τὴν ἁμαρτία) ταπεινή μου ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα μου· ποὺ θὰ μὲ ἀνακουφίσει ἀπὸ τὸ βάρος τῶν πολλῶν μου ἁμαρτιῶν καὶ θὰ μὲ προφυλάξει ἀπὸ κάθε διαβολικὴ ἐνέργεια· ποὺ θὰ διώξει ἀπὸ μένα κάθε πονηρὴ συνήθεια καὶ θὰ μὲ ἐμποδίσει νὰ ὑποκύψω ξανὰ σ᾿ αὐτήν· ποὺ θὰ ἀπονεκρώσει τὰ πάθη μου· ποὺ θὰ μὲ παρακινήσει στὴν πρόθυμη ἐκτέλεση τῶν ἐντολῶν Σου· ποὺ θὰ μοῦ προσθέσει ἀπὸ τὴ θεία Σου Χάρη καὶ θὰ μὲ κάνει μέτοχο τῆς βασιλείας Σου. Γιατί, Χριστέ, ὁ Θεός μου, προσέρχομαι σ᾿ Ἐσένα (γιὰ νὰ κοινωνήσω) ὄχι καταφρονώντας τὰ τίμια Δῶρα Σου, ἀλλὰ γιατὶ προσβλέπω μὲ θάρρος στὴν ἀνέκφραστη ἀγάπη Σου, καὶ γιὰ νὰ μὴ γίνω ὑποχείριο τοῦ νοητοῦ λύκου (τοῦ διαβόλου) μένοντας γιὰ πολὺ καιρὸ μακριὰ ἀπὸ τὴν Κοινωνία τῶν Μυστηρίων Σου. Γι᾿ αὐτὸ σὲ παρακαλῶ Δέσποτα Κύριε, Σὺ ποὺ εἶσαι ὁ μόνος πραγματικὰ Ἅγιος, ἁγίασὲ μου τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα, τὸ νοῦ καὶ τὴν καρδιά, τὰ νεφρὰ καὶ ὅλα τὰ σπλάγχνα μου, καὶ ὁλόκληρον ἀνανέωσέ με καὶ ρίζωσε τὸ θεῖο φόβο Σου βαθιὰ στὰ μέλη μου γιὰ νὰ εἶναι ὁ ἁγιασμός Σου σὲ μένα παντοτινός. καὶ γίνε μου βοηθὸς καὶ προστάτης κυβερνώντας μὲ εἰρήνη τὴ ζωή μου καὶ ἀξιώνοντὰς με νὰ σταθῶ (κατὰ τὴ Δευτέρα Παρουσία) στὰ δεξιά Σου μαζὶ μὲ τοὺς Ἁγίους Σου, μὲ τὶς εὐχὲς καὶ τὶς πρεσβεῖες τῆς Παναχράντου Σου Μητέρας, τῶν Ἀσωμάτων Ἀγγελικῶν Δυνάμεων καὶ ὅλων Σου τῶν Ἁγίων ποὺ σὲ ἔχουν εὐαρεστήσει διὰ μέσου τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Εὐχὴ 4η. Τοῦ ἰδίου.

Δὲν εἶμαι ἱκανὸς Δέσποτα Κύριε, γιὰ νὰ ἔλθεις καὶ νὰ κατοικήσεις κάτω ἀπὸ τὴ στέγη τῆς ψυχῆς μου. Ἀλλὰ ἐπειδὴ Ἐσύ, ὡς Φιλάνθρωπος, θέλεις νὰ κατοικήσεις μέσα μου, γι᾿ αὐτὸ κι ἐγὼ μὲ θάρρος προσέρχομαι (νὰ κοινωνήσω). Μὲ προσκαλεῖς ν᾿ ἀνοίξω διάπλατα τὶς πύλες (τῆς ψυχῆς μου), ποὺ Ἐσὺ μόνος δημιούργησες καὶ εἰσέρχεσαι μὲ πολλὴ ἀγάπη, ὅπως ἁρμόζει στὴ θεία Σου Φύση. Εἰσέρχεσαι καὶ φωτίζεις τὴ σκοτισμένη μου σκέψη. Πιστεύω ὅτι καὶ τώρα θὰ τὸ κάνεις. Γιατὶ οὔτε τὴν Πόρνη, ποὺ σὲ πλησίασε μὲ δάκρυα (μετανοίας), ἀπέφυγες, οὔτε ἀπομάκρυνες ἀπὸ κοντά Σου τὸν μετανοημένο Τελώνη, οὔτε τὸ Ληστή, ὅταν (σὲ ὁμολόγησε καὶ) Σοῦ ζήτησε νὰ τὸν θυμηθεῖς στὴ βασιλεία Σου, τὸν ἔδιωξες, οὔτε τὸν διώκτη Παῦλο τὸν ἐγκατέλειψες, ὅταν μετενόησε. Ἀντίθετα, ὅλους ὅσοι σὲ πλησίασαν μὲ εἰλικρινὴ μετάνοια τοὺς τοποθέτησες στὴν ὁμάδα τῶν φίλων Σου, Σύ, ποὺ εἶσαι ὁ μόνος εὐλογημένος, τώρα καὶ πάντοτε καὶ στὴν ἀπέραντη αἰωνιότητα.

Εὐχὴ 5η. Τοῦ ἰδίου.

Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεός μου, λυπήσου με, ἐλέησέ με καὶ συγχώρεσε τὰ σφάλματα καὶ τὶς ἁμαρτίες μου, ἐμένα τοῦ ἄθλιου καὶ ἀνάξιου δούλου σου, ὅσα ἔχω κάνει ἀπὸ τὰ νεανικά μου χρόνια μέχρι τὴν παρούσα ἡμέρα καὶ ὥρα, εἴτε γνωρίζοντας ὅτι ἁμαρτάνω εἴτε ὄχι, εἴτε ἁμάρτησα μὲ λόγια εἴτε μὲ ἔργα, εἴτε μὲ σκέψεις καὶ λογισμοὺς καὶ ἐπιθυμίες, εἴτε μὲ ὅλες μου τὶς αἰσθήσεις. καὶ μὲ τὶς πρεσβεῖες (δεήσεις) ἐκείνης ποὺ Σὲ γέννησε ὑπερφυσικὰ χωρὶς ἀνθρώπινη σπορά, τῆς Πάναγνης καὶ Ἀειπάρθενης Μαρίας, τῆς μητέρας Σου, ποὺ εἶναι ἡ μοναδικὴ καὶ σίγουρη ἐλπίδα, ἡ προστασία καὶ σωτηρία μου, ἀξίωσέ με χωρὶς κατάκριση νὰ μεταλάβω τὰ ἄχραντα καὶ ἀθάνατα καὶ ζωοποιὰ φρικτὰ Μυστήριά Σου, γιὰ νὰ συγχωρεθοῦν οἱ ἁμαρτίες μου καὶ νὰ ἀποκτήσω τὴν αἰώνια ζωή· γιὰ νὰ φωτιστῶ καὶ νὰ λάβω δύναμη καὶ θεραπεία καὶ ὑγεία ψυχικὴ καὶ σωματική· γιὰ νὰ ἐξαλειφθοῦν καὶ ἀφανιστοῦν ἐντελῶς οἱ πονηροὶ λογισμοί μου, καὶ οἱ σκέψεις καὶ οἱ προλήψεις καὶ οἱ νυκτερινοὶ πειρασμοὶ ποὺ μοῦ προκαλοῦν τὰ σκοτεινὰ καὶ πονηρὰ πνεύματα. Γιατὶ σὲ Σένα (Χριστέ μας) ἀνήκει ἡ βασιλεία καὶ ἡ δύναμη καὶ ἡ δόξα καὶ ἡ τιμὴ καὶ ἡ προσκύνηση μαζὶ μὲ τὸν Θεὸ Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τώρα καὶ πάντοτε καὶ στοὺς ἀπέραντους αἰῶνες. Ἀμήν.

Εὐχὴ 6η. Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ.

Δέσποτα Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεός μας, Σὺ ποὺ ἔχεις, κατὰ μοναδικὸ τρόπο, τὴν ἐξουσία νὰ συγχωρεῖς τὶς ἁμαρτίες τῶν ἀνθρώπων, ὄντας Ἀγαθὸς καὶ Φιλάνθρωπος, παράβλεψέ μου ὅλες τὶς ἁμαρτίες μου εἴτε τὶς διέπραξα ἐν γνώσει μου εἴτε ἐν ἀγνοία μου, καὶ ἀξίωσέ με χωρὶς κατάκριση νὰ μεταλάβω τὰ θεῖα καὶ ἔνδοξα καὶ ἄχραντα καὶ ζωοποιά Σου Μυστήρια, χωρὶς νὰ τιμωρηθῶ κι οὔτε νὰ προσθέσω ἄλλες ἁμαρτίες, ἀλλὰ γιὰ νὰ καθαριστῶ καὶ νὰ ἁγιαστῶ καὶ νὰ λάβω ἔτσι τὸν ἀρραβώνα (τὴν πρόγευση) τῆς μελλοντικῆς ζωῆς καὶ βασιλείας Σου. Ἂς μοῦ γίνει ἀκόμη (ἡ θεία Κοινωνία) τεῖχος ποὺ θὰ μὲ προστατεύσει καὶ βοήθεια, κι ἂς κατατροπώσει τοὺς ἐχθρούς μου κι ἂς ἐξαλείψει τὶς πολλές μου ἁμαρτίες. Γιατὶ Ἐσὺ εἶσαι Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ὁ Θεὸς τοῦ ἐλέους, τῆς εὐσπλαγχνίας καὶ τῆς φιλανθρωπίας, καὶ Σένα δοξολογοῦμε μαζὶ μὲ τὸν Θεὸ Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τώρα καὶ πάντοτε καὶ στοὺς ἀπέραντους αἰῶνες. Ἀμήν.

Εὐχὴ 7η. Συμεών, τοῦ Νέου Θεολόγου.

Ἀπὸ χείλη λερωμένα
καὶ ἀκάθαρτη καρδιά,
ἀπὸ γλώσσα μολυσμένη
καὶ ψυχὴ βρομερή,
δέξου, Χριστέ μου, τὴν παράκλησή μου.
Καὶ δίχως νὰ μὲ ἀποδιώξεις
γιὰ τοὺς ἄσχημους λόγους καὶ τρόπους μου
καὶ γιὰ τὴν ἀδιαντροπιά μου,
βοήθησέ με νὰ πῶ μὲ θάρρος
ὅσα σκέπτομαι, Χριστέ μου·
Καλύτερα ὅμως δίδαξέ με
τί νὰ πράττω καὶ νὰ λέγω.
Ἁμάρτησα πιὸ πολὺ κι ἀπὸ τὴν πόρνη,
ἡ ὁποία, σὰν ἔμαθε ποῦ μένεις,
ἀγοράζοντας τὸ μύρο,
ἦλθε μὲ τόλμη γιὰ ν᾿ ἀλείψει
τὰ δικά Σου πόδια, τοῦ Χριστοῦ μου,
τοῦ Δεσπότου καὶ Θεοῦ μου.
Κι ὅπως δὲ σιχάθηκες ἐκείνη
ποὺ προσῆλθε ἀπ᾿ τὴν καρδιά της,
οὔτε κι ἐμένα, Λόγε, νὰ μὲ σιχαθεῖς.
Δῶσ᾿ μου τὰ δικά Σου πόδια
νὰ κρατήσω καὶ φιλήσω,
καὶ μὲ ποταμοὺς δακρύων,
σὰν τὸ ἀκριβότερο μύρο,
νά ῾ρθω τολμηρὰ ν᾿ ἀλείψω.
Πλύνε με μὲ τὰ δάκρυά μου,
Λόγε, καὶ μ᾿ αὐτὰ καθάρισέ με.
Ἄφησε καὶ τὶς ἁμαρτίες μου
καὶ συγχώρεσέ με.
Σὺ γνωρίζεις τὶς πολλές μου ἀνομίες,
γνωρίζεις καὶ τὰ τραύματά μου,
βλέπεις καὶ τὶς πληγές μου·
ἀλλά, ὅμως, καὶ τὴν πίστη μου γνωρίζεις
καὶ τὴν προθυμία βλέπεις
καὶ τοὺς στεναγμούς μου ἀκοῦς.
Τίποτε δὲ Σοῦ μένει κρυφό, Θεέ μου,
πλάστη μου καὶ λυτρωτή μου,
οὔτε σταγόνα ἀπ᾿ τὰ δάκρυά μου
οὔτε καὶ μέρος ἀπ᾿ τὴ σταγόνα.
Ἀπὸ τότε ποὺ ἤμουν ἔμβρυο
μὲ γνωρίζουν οἱ ὀφθαλμοί Σου,
καὶ στὸ βιβλίο Σου
αὐτὰ ποὺ ἀκόμη δὲν ἔχω πράξει
ἔχουν γραφεῖ ἀπὸ Σένα.
Δὲς τὴν ταπείνωσή μου,
δὲς καὶ τὴ μεγάλη προσπάθειά μου,
καὶ τὶς ἁμαρτίες μου ὅλες
συγχώρεσέ τες Θεὲ τῶν ὅλων.
Γιὰ νὰ μπορῶ μὲ καθαρὴ καρδιά,
μὲ συνειδητοποιημένη σκέψη
καὶ μὲ ψυχὴ ταπεινωμένη
νὰ μεταλάβω τῶν ἀχράντων
καὶ ἁγίων Σου Μυστηρίων,
μὲ τὰ ὁποῖα ζωοποιεῖται καὶ θεώνεται
καθένας ποὺ τρώγει τὴ Σάρκα Σου
καὶ πίνει τὸ αἷμα Σου
μὲ συναίσθηση καὶ ταπεινὴ καρδιά.
Γιατὶ Ἐσὺ εἶπες, Δέσποτά μου,
ὅποιος τρώει τὴ Σάρκα μου
καὶ πίνει τὸ Αἷμα μου,
μέσα μου αὐτὸς θὰ μένει
μέσα του κι ἐγὼ θὰ μένω.
Καὶ τὰ λόγια Σου εἶναι ἀλήθεια,
Δέσποτα καὶ Θεέ μου.
Γιατὶ ὅποιος μετέχει στὰ θεῖα Σου Μυστήρια
καὶ στὴ θεοποιό Σου Χάρη,
μόνος πιὰ ποτὲ δὲ μένει,
ἀλλὰ μαζί Σου Χριστέ μου,
ποὺ ῾σαι ὁ φωτεινότατος Ἥλιος
ποὺ φωτίζει τὴν οἰκουμένη.
Γιὰ νὰ μὴ μένω, ἑπομένως, μονάχος
χωρὶς Ἐσένα τὸν Ζωοδότη,
ποὺ ῾σαι ἡ ἀναπνοὴ καὶ ἡ ζωή μου
καὶ ἡ ἀγαλλίασή μου
καὶ τοῦ κόσμου ἡ σωτηρία.
Γι᾿ αὐτὸ καὶ Σὲ πλησιάζω,
ὅπως βλέπεις, μὲ δάκρυα,
μὲ ψυχὴ ταπεινωμένη,
λύτρα τῶν ἁμαρτιῶν μου
ἱκετεύοντας νὰ μοῦ δώσεις
καὶ τὰ δικά Σου ζωηφόρα
καὶ πανάχραντα Μυστήρια
νὰ μὲ ἀξιώσεις χωρὶς κατάκριση νὰ λάβω,
γιὰ νὰ μένεις, ὅπως εἶπες,
μαζὶ μ᾿ ἐμένα τὸν τρισάθλιο·
γιὰ νὰ μή, -ἀφοῦ μὲ βρεῖ ὁ πλάνος (ὁ διάβολος)
χωρὶς νὰ μὲ σκεπάζει ἡ Χάρη Σου-,
μπορέσει νὰ μ᾿ ἁρπάξει μὲ δόλο
καὶ ἀφοῦ μὲ πλανήσει, νὰ μὲ ἀπομακρύνει
ἀπὸ τὰ θεοποιά Σου λόγια.
Γι᾿ αὐτὸ μπροστά Σου πέφτω
καὶ θερμὰ παρακαλῶ Σε,
ὅπως δέχτηκες τὴ μετάνοια τοῦ Ἀσώτου
καὶ τὴν Πόρνη ποὺ προσῆλθε,
ἔτσι δέξου κι ἐμένα τὸν πόρνο
καὶ τὸν ἄσωτο, Φιλεύσπλαγχνε,
ποὺ μὲ ψυχὴ ταπεινωμένη
τώρα ἐνώπιόν Σου προσέρχομαι.
Τοῦτο γνωρίζω, Σωτήρα μου, ὅτι κανεὶς ἄλλος
δὲν ἁμάρτησε ἐνώπιόν Σου ὅπως ἐγώ,
οὔτε ἔπραξε τὶς ἁμαρτωλὲς πράξεις
ποὺ διέπραξα ἐγώ.
Ὅμως γνωρίζω πάλι καὶ τοῦτο·
πὼς κανένα μέγεθος ἀνομίας
καὶ πλῆθος ἁμαρτιῶν,
δὲν μπορεῖ νὰ ξεπεράσει τοῦ Θεοῦ μου
τὴν πολλὴ μακροθυμία
καὶ τὴ μεγάλη φιλανθρωπία.
Ἀντίθετα (ἡ φιλανθρωπία Σου) εἶναι λάδι συμπαθείας
μὲ τὸ ὁποῖο ἐκείνους ποὺ μετανοοῦν εἰλικρινά,
τοὺς καθαρίζεις (ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες) καὶ τοὺς λαμπρύνεις,
καθιστώντας τους μετόχους τοῦ θείου φωτός Σου
καὶ κοινωνοὺς τῆς Θεότητός Σου,
δίδοντάς τους ἄφθονη τὴ Χάρη σου.
Καὶ τὸ παράξενο καὶ στῶν Ἀγγέλων
καὶ τῶν ἀνθρώπων τὴ διάνοια,
ὁμιλεῖς μ᾿ αὐτοὺς πολλὲς φορὲς
σὰν νὰ εἶναι πραγματικοί Σου φίλοι.
Ὅλα αὐτὰ (σκεπτόμενος), μὲ κάνουν τολμηρό,
ὅλα αὐτὰ μοῦ δίνουν φτερά, Χριστέ μου,
καὶ προσβλέποντας μὲ θάρρος στὶς ἄφθονες
πρὸς ἐμᾶς εὐεργεσίες Σου,
χαίροντας καὶ τρέμοντας συνάμα
μεταλαμβάνω τῆς φωτιᾶς (τῶν Μυστηρίων),
κι ἐνῶ εἶμαι χορτάρι, ὢ τί παράδοξο θαῦμα,
δὲν καίγομαι, ἀλλὰ δροσίζομαι χωρὶς νὰ μπορῶ νὰ τὸ ἐξηγήσω,
ὅπως τότε ἡ βάτος (στὸ Μωυσῆ)
ποὺ ἐνῶ φλεγόταν, δὲν καιγόταν.
Γι᾿ αὐτά, λοιπόν, μὲ διάθεση εὐχαριστίας,
εὐχαριστίας ποὺ βγαίνει ἀπ᾿ τὴν καρδιά μου,
ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὰ μέλη μου,
ἀπ᾿ τὴν ψυχὴ κι ἀπ᾿ τὸ σῶμα μου,
Σὲ προσκυνῶ, Σὲ ἐγκωμιάζω
καὶ Σὲ δοξάζω Θεέ μου,
γιατὶ εἶσαι εὐλογημένος
καὶ τώρα καὶ στοὺς αἰῶνες.

Εὐχὴ 8η. Συμεὼν τοῦ Μεταφραστῆ.

Ἐσύ, ὁ μόνος καθαρὸς (ἀναμάρτητος) καὶ ἁγνότατος Κύριος, ποὺ γιὰ τὴν ἄπειρη φιλανθρωπία Σου ἔλαβες ὁλόκληρη τὴ δική μας ἀνθρώπινη φύση ἀπὸ τὰ ἁγνὰ καὶ παρθενικὰ αἵματα τῆς Παναγίας μας, ποὺ σὲ κυοφόρησε μὲ τρόπο ὑπερφυσικό, μὲ τὴν θεία ἐπέλευση καὶ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, σύμφωνα μὲ τὴ θέληση τοῦ αἰώνιου Θεοῦ Πατέρα Σου, Χριστὲ Ἰησοῦ, ποὺ εἶσαι ἡ Σοφία τοῦ Θεοῦ, ἡ Εἰρήνη καὶ ἡ Δύναμη, ποὺ καταδέχτηκες, μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση ποὺ προσέλαβες, νὰ ὑποστεῖς τὰ ζωοποιὰ καὶ σωτήρια Πάθη, τὸν Σταυρό, τὰ καρφιὰ στὰ χέρια καὶ τὰ πόδια Σου, τὴ λόγχη στὴν πλευρά Σου, καὶ τὸ θάνατο, θανάτωσέ μου τὰ πάθη ποὺ φθείρουν τὴν ψυχὴ μου ἀλλὰ καὶ τὸ σῶμα μου. Ἐσύ, ποὺ μὲ τὴν ταφή Σου κυρίεψες τὸ βασίλειο τοῦ Ἅδη (τοῦ θανάτου), θάψε μου τοὺς πονηροὺς λογισμοὺς μὲ τὴ δύναμη τῶν καλῶν κι ἀγαθῶν λογισμῶν, καὶ διῶξε μακριά μου τὰ πονηρὰ πνεύματα. Ἐσύ, ποὺ μὲ τήν, μετὰ τρεῖς ἡμέρες, ζωηφόρο Ἀνάστασή Σου ἀνέστησες τὸν προπάτορά μας Ἀδάμ, ποὺ πρῶτος ἔπεσε στὴν ἁμαρτία, καὶ μαζὶ μ᾿ ἐκεῖνον ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα, ἀνάστησε κι ἐμένα ποὺ κατρακύλησα μὲς στὴν ἁμαρτία, δείχνοντάς μου τρόπους γιὰ νὰ μετανοήσω. Ἐσύ, ποὺ μὲ τὴν ἔνδοξη Ἀνάληψή Σου θέωσες τὴν ἀνθρώπινη φύση ποὺ προσέλαβες καὶ τὴν τίμησες μὲ τὸ νὰ καθίσεις στὰ δεξιὰ τοῦ Θεοῦ Πατέρα Σου, ἀξίωσέ με μὲ τὴ Μετάληψη τῶν ἁγίων Μυστηρίων Σου νὰ σταθῶ κι ἐγὼ στὰ δεξιά Σου μ᾿ ὅλους ἐκείνους ποὺ θὰ σωθοῦν. Ἐσύ, ποὺ μὲ τὴν ἐπιφοίτηση τοῦ Παρακλήτου Πνεύματος (κατὰ τὴν Πεντηκοστὴ), ἔκανες τοὺς ἱεροὺς Μαθητές Σου σκεύη πολύτιμα τῆς Χάριτὸς Του, ἀνάδειξε κι ἐμένα δοχεῖο κατάλληλο νὰ δεχτῶ τὴ Χάρη Του. Ἐσύ, Κύριε, ποὺ πρόκειται καὶ πάλι νὰ ἔλθεις (κατὰ τὴ Δευτέρα Παρουσία) γιὰ νὰ κρίνεις μὲ ἀπόλυτη δικαιοσύνη τὴν οἰκουμένη, ἄφησε καὶ μένα νὰ Σὲ προϋπαντήσω, Πλάστη μου καὶ Δημιουργέ μου, πάνω στὰ σύννεφα μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς Ἁγίους, γιὰ νὰ Σὲ δοξάζω καὶ ὑμνολογῶ ἀσταμάτητα μαζὶ μὲ τὸν ἄναρχο Πατέρα Σου καὶ τὸ Πανάγιο καὶ Ἀγαθὸ καὶ Ζωοποιό Σου Πνεῦμα, τώρα καὶ πάντοτε καὶ στοὺς ἀπέραντους αἰῶνες. Ἀμήν.

Εὐχὴ 9η. Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ.

Ἔχω σταθεῖ στὶς πόρτες τοῦ ναοῦ Σου, κι ὅμως ἀκόμη μὲ κυριεύουν οἱ πονηροὶ λογισμοί. Ἀλλὰ Ἐσύ, Χριστὲ ὁ Θεός, ποὺ δικαίωσες τὸν Τελώνη καὶ ἐλέησες τὴ Χαναναία καὶ ἄνοιξες τὶς πύλες τοῦ Παραδείσου στὸ Ληστή, ἄνοιξε καὶ σὲ μένα τὴν ἀγκαλιὰ τῆς φιλανθρωπίας Σου καὶ δέξε με τώρα ποὺ προσέρχομαι νὰ μεταλάβω, ὅπως δέχτηκες τὴν Πόρνη καὶ τὴν Αἱμορροούσα γυναίκα· γιατὶ ἡ Αἱμορροούσα μόλις ἄγγιξε τὴν ἄκρη τοῦ ἐνδύματός Σου, εὔκολα θεραπεύτηκε· ἡ Πόρνη μὲ τὸ νὰ κρατήσει τὰ ἄχραντα πόδια Σου, ἔλαβε τὴ συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν της. Ἐγώ, τώρα, ὁ ἐλεεινὸς ποὺ τολμῶ νὰ δεχτῶ ὁλόκληρο τὸ Σῶμα Σου, ἂς μὴν κατακαῶ. Ἀλλὰ δέξου με ὅπως δέχτηκες κι ἐκεῖνες, καὶ φώτισε τὶς δυνάμεις τῆς ψυχῆς μου καταφλέγοντάς μου τὶς ἁμαρτίες. Μὲ τὶς προσευχὲς καὶ τὶς δεήσεις Ἐκείνης ποὺ Σὲ γέννησε χωρὶς ἀνθρώπινη σπορά, καὶ τῶν ἐπουρανίων Δυνάμεων (τῶν Ἀγγέλων). Γιατὶ εἶσαι εὐλογημένος, Κύριε, στοὺς ἀπέραντους αἰῶνες. Ἀμήν.

Εὐχὴ 10η. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου.

Πιστεύω, Κύριε, ἀληθινὰ καὶ ὁμολογῶ ὅτι Ἐσὺ εἶσαι ὁ Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ ζῶντος Θεοῦ, ποὺ ἦρθες στὸν κόσμο γιὰ νὰ σώσεις τοὺς ἁμαρτωλούς, πρῶτος τῶν ὁποίων εἶμαι ἐγώ. Ἀκόμα πιστεύω πραγματικὰ ὅτι αὐτὸ (ποὺ πρόκειται νὰ κοινωνήσω) εἶναι τὸ ἄχραντο Σῶμα Σου καὶ αὐτὸ τὸ τίμιο Αἷμα Σου. Σὲ παρακαλῶ, λοιπόν, ἐλέησέ με καὶ συγχώρεσέ μου τὶς ἁμαρτίες ποὺ ἔχω διαπράξει εἴτε μὲ τὴ θέλησή μου εἴτε χωρὶς τὴ θέλησή μου, εἴτε μὲ λόγια, εἴτε μὲ ἔργα, εἴτε γνωρίζοντας ὅτι ἁμαρτάνω, εἴτε χωρὶς νὰ τὸ γνωρίζω· καὶ ἀξίωσέ με νὰ κοινωνήσω χωρὶς κατάκριση τὰ ἄχραντα Μυστήριά Σου γιὰ νὰ μοῦ συγχωρεθοῦν οἱ ἁμαρτίες καὶ νὰ ἀποκτήσω τὴν αἰώνια ζωή. Ἀμήν.

Τώρα ποὺ πᾶς νὰ μεταλάβεις, λέγε τοὺς παρόντες στίχους ποὺ ἔγραψε ὁ Συμεὼν ὁ Μεταφραστής·

Νά, βαδίζω πρὸς τὴ θεία Κοινωνία.
Πλαστουργέ μου, μὴ μὲ κατακάψεις τὴν ὥρα ποὺ θὰ μεταλαμβάνω
Γνωρίζω πὼς εἶσαι φωτιὰ ποὺ κατακαίει ὅσους ἀνάξια κοινωνοῦν.
Ἀλλὰ Ἐσύ, Χριστέ μου, καθάρισέ με ἀπὸ τὰ στίγματα τῶν ἁμαρτιῶν μου.

Μετὰ λέγε τὸ τροπάριο·

Στὸ Μυστικό Σου Δεῖπνο δέξου με σήμερα νὰ συμμετάσχω, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ. Σὲ κανέναν ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς Σου δὲ θὰ μιλήσω γιὰ τὸ Μυστήριο τοῦτο· οὔτε θὰ σοῦ δώσω φίλημα προδοσίας ὅπως ἔκανε ὁ Ἰούδας. Ἀλλὰ ὅπως ὁ Ληστὴς πάνω στὸν σταυρὸ Σὲ παρακαλῶ, θυμήσου με, Κύριε, ὅταν ἔρθεις στὴ Βασιλεία Σου.

Ἔπειτα τοὺς ἑπόμενους στίχους·

Ὦ ἄνθρωπε, φρίξε βλέποντας τὸ Αἶμα ποὺ σὲ θεοποιεῖ·
Γιατὶ εἶναι φωτιὰ ποὺ κατακαίει τοὺς ἀνάξιους.
Τοῦ Θεοῦ εἶναι τὸ Σῶμα αὐτό, καὶ μὲ τρέφει πνευματικὰ καὶ μὲ θεώνει.
Θεώνει τὴν ψυχὴ καὶ τὸ πνεῦμα μου, καὶ τρέφει τὸ νοῦ μου μὲ τρόπο παράδοξο.

Καὶ τα τροπάρια·

Μὲ μεγάλη ἐπιθυμία μ᾿ ἔκανες νὰ ῾ρθῶ κοντά Σου, Χριστέ μου, καὶ μοῦ ἄλλαξες τὴ ζωὴ μὲ τὴ θεία Σου ἀγάπη. Κατάκαψε, λοιπόν, μὲ πνευματικὴ φωτιὰ τὶς ἁμαρτίες μου καὶ ἀξίωσέ με νὰ γεμίσει ἡ ψυχή μου ἀπὸ τὴ δική Σου ἀπόλαυση καὶ εὐτυχία, ὥστε μὲ ἀγαλλίαση νὰ δοξολογῶ, Ἀγαθέ, καὶ τὴν πρώτη καὶ τὴ δευτέρα παρουσία Σου.
Μὲς στὴ λαμπρὴ (πνευματικὴ) πανήγυρη τῶν Ἁγίων Σου, πῶς θὰ εἰσέλθω ἐγὼ ὁ ἀνάξιος; Γιατί, ἂν τολμήσω νὰ εἰσέλθω μαζί τους στὸ γάμο, τὸ ἔνδυμα (τῆς ψυχῆς μου) μὲ ἐλέγχει, ὄντας ἀκατάλληλο (ἐξαιτίας τῆς ἁμαρτίας) γιὰ τὸ γάμο, καὶ δέσμιος θὰ διωχθῶ ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους. Γι᾿ αὐτό, Κύριε, καθάρισε τὸ ρύπο τῆς ψυχῆς μου καὶ σῶσε με ὡς φιλάνθρωπος.

Καὶ τὴν παρούσα εὐχή·

Δέσποτα φιλάνθρωπε, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεός μου, ἂς μὴν μοῦ προξενήσει ἡ θεία Μετάληψη καταδίκη, ἐπειδὴ εἶμαι ἀνάξιος. Ἀντίθετα, ἂς καθαρίσει καὶ ἁγιάσει τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα, κι ἂς μοῦ δοθεῖ σὰν ἀρραβώνας (πρόγευση) τῆς μελλοντικῆς Σου ζωῆς καὶ βασιλείας. Γιατὶ γιὰ μένα αὐτὸ εἶναι τὸ ὕψιστο ἀγαθό, νὰ βρίσκομαι κοντὰ στὸ Θεὸ καὶ στὸν Κύριο νὰ ἀναθέτω τὴν ἐλπίδα τῆς σωτηρίας μου.

Καὶ πάλι·

Στὸ Μυστικό Σου Δεῖπνο δέξου με σήμερα νὰ συμμετάσχω, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ. Σὲ κανέναν ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς Σου δὲ θὰ μιλήσω γιὰ τὸ Μυστήριο τοῦτο· οὔτε θὰ σοῦ δώσω φίλημα προδοσίας ὅπως ἔκανε ὁ Ἰούδας. Ἀλλὰ ὅπως ὁ Ληστὴς πάνω στὸν σταυρὸ Σὲ παρακαλῶ, θυμήσου με, Κύριε, ὅταν ἔρθεις στὴ Βασιλεία Σου.

ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΘΕΙΑΝ ΜΕΤΑΛΗΨΙΝ

Στίχοι προτρεπτικοί·

Ἐπὰν δὲ τύχῃς τῆς καλῆς μετουσίας
τῶν ζωοποιῶν μυστικῶν δωρημάτων,
ὕμνησον εὐθύς, εὐχαρίστησον μέγα,
καὶ τάδε θερμῶς ἐκ ψυχῆς Θεῷ λέγε·
Δόξα σοι, ὁ Θεός· δόξα σοι, ὁ Θεός· δόξα σοι, ὁ Θεός!

Καὶ ἀμέσως τὰς ἐπομένας εὐχαριστηρίους Εὐχάς·

Ἀνωνύμου

Εὐχαριστῶ σοι, Κύριε, ὁ Θεός μου, ὅτι οὐκ ἀπώσω με τὸν ἁμαρτωλόν, ἀλλὰ κοινωνόν με γενέσθαι τῶν ἁγιασμάτων σου κατηξίωσας. Εὐχαριστῶ σοι, ὅτι με τὸν ἀνάξιον μεταλαβεῖν τῶν ἀχράντων σου καὶ ἐπουρανίων δωρεῶν κατηξίωσας. Ἀλλά, Δέσποτα φιλάνθρωπε, ὁ ὑπὲρ ἡμῶν ἀποθανών τε καὶ ἀναστὰς καὶ χαρισάμενος ἡμῖν τὰ φρικτὰ ταῦτα καὶ ζωοποιά σου Μυστήρια, ἐπ᾿ εὐεργεσίᾳ καὶ ἁγιασμῷ τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν, δὸς γενέσθαι ταῦτα κἀμοὶ εἰς ἴασιν ψυχῆς τε καὶ σώματος, εἰς ἀποτροπὴν παντὸς ἐναντίου, εἰς φωτισμὸν τῶν ὀφθαλμῶν τῆς καρδίας μου, εἰς εἰρήνην τῶν ψυχικῶν μου δυνάμεων, εἰς πίστιν ἀκαταίσχυντον, εἰς ἀγάπην ἀνυπόκριτον, εἰς πλησμονὴν σοφίας, εἰς περιποίησιν τῶν ἐντολῶν σου, εἰς προσθήκην τῆς θείας σου χάριτος καὶ τῆς σῆς βασιλείας οἰκείωσιν· ἵνα ἐν τῷ ἁγιασμῷ σου δι᾿ αὐτῶν φυλαττόμενος, τῆς σῆς χάριτος μνημονεύω διὰ παντὸς καὶ μηκέτι ἐμαυτῷ ζῶ, ἀλλὰ σοὶ τῷ ἡμετέρῳ Δεσπότῃ καὶ εὐεργέτῃ. Καὶ οὕτω τοῦ τῇδε βίου ἀπάρας ἐπ᾿ ἐλπίδι ζωῆς αἰωνίου, εἰς τὴν ἀΐδιον καταντήσω ἀνάπαυσιν, ἔνθα ὁ τῶν ἑορταζόντων ἦχος ὁ ἀκατάπαυστος καὶ ἡ ἀπέραντος ἡδονὴ τῶν καθορώντων τοῦ σοῦ προσώπου τὸ κάλλος τὸ ἄῤῥητον. Σὺ γὰρ εἶ τὸ ὄντως ἐφετὸν καὶ ἡ ἀνέκφραστος εὐφροσύνη τῶν ἀγαπώντων σε, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, καὶ σὲ ὑμνεῖ πᾶσα ἡ κτίσις εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν.

Μεγάλου Βασιλείου

Δέσποτα Χριστὲ ὁ Θεός, βασιλεῦ τῶν αἰώνων καὶ δημιουργὲ τῶν ἁπάντων, εὐχαριστῶ σοι ἐπὶ πᾶσιν, οἷς παρέσχου μοι ἀγαθοῖς, καὶ ἐπὶ τῇ μεταλήψει τῶν ἀχράντων καὶ ζωοποιῶν σου μυστηρίων. Δέομαι οὖν σου, ἀγαθὲ καὶ φιλάνθρωπε· φύλαξόν με ὑπὸ τὴν σκέπην σου καὶ ἐν τῇ τῶν πτερύγων σου σκιᾷ· καὶ δώρησαὶ μοι ἐν καθαρῷ συνειδότι, μέχρις ἐσχάτης μου ἀναπνοῆς, ἐπαξίως μετέχειν τῶν ἁγιασμάτων σου, εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ εἰς ζωὴν αἰώνιον. Σὺ γὰρ εἶ ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς, ἡ πηγὴ τοῦ ἁγιασμοῦ, ὁ δοτὴρ τῶν ἀγαθῶν· καὶ σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν, σὺν τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Συμεὼν τοῦ Μεταφραστοῦ

Ὁ δοὺς τροφήν μοι σάρκα σὴν ἑκουσίως,
ὁ πῦρ ὑπάρχων καὶ φλέγων ἀναξίους,
μὴ δὴ καταφλέξῃς με, μὴ Πλαστουργέ μου·
μᾶλλον δίελθε πρὸς μελῶν μου συνθέσεις,
εἰς πάντας ἁρμούς, εἰς νεφρούς, εἰς καρδίαν·
φλέξον δ᾿ ἀκάνθας τῶν ὅλων μου πταισμάτων.
Ψυχὴν κάθαρον, ἁγίασον τὰς φρένας·
τὰς ἰγνύας στήριξον ὀστέοις ἅμα·
αἰσθήσεων φώτισον ἁπλῆν πεντάδα·
ὅλον με τῷ σῷ συγκαθήλωσον φόβω.
Ἀεὶ σκέπε, φρούρει τε καὶ φύλαττέ με
ἐκ παντὸς ἔργου καὶ λόγου ψυχοφθόρου.
Ἅγνιζε καὶ κάθαρε καὶ ῥύθμιζέ με·
κάλλυνε, συνέτιζε καὶ φώτιζέ με·
δεῖξόν με σὸν σκήνωμα Πνεύματος μόνου,
καὶ μηκέτι σκήνωμα τῆς ἁμαρτίας·
ἵν᾿ ὡς σὸν οἶκον εἰσόδῳ κοινωνίας,
ὡς πῦρ με φεύγῃ πᾶς κακοῦργος, πᾶν πάθος.
Πρέσβεις φέρω σοι πάντας ἡγιασμένους,
τὰς ταξιαρχίας τε τῶν Ἀσωμάτων,
τὸν Πρόδρομόν σου, τοὺς σοφοὺς Ἀποστόλους,
πρὸς τοῖς δε σὴν ἄχραντον ἁγνὴν Μητέρα·
ὧν τὰς λιτάς, εὔσπλαγχνε, δέξαι, Χριστέ μου,
καὶ φωτὸς παῖδα τὸν σὸν ἔργασαι λάτριν.
Σὺ γὰρ ὑπάρχεις ἁγιασμὸς καὶ μόνος
ἡμῶν, ἀγαθέ, τῶν ψυχῶν καὶ λαμπρότης·
καὶ σοὶ πρεπόντως, ὡς Θεῷ καὶ Δεσπότῃ,
δόξαν ἅπαντες πέμπομεν καθ᾿ ἡμέραν.

Ἀνωνύμου

Τὸ Σῶμά σου τὸ ἅγιον, Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, γένοιτό μοι εἰς ζωὴν αἰώνιον, καὶ τὸ Αἷμά σου τὸ τίμιον εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν. Γένοιτο δέ μοι ἡ εὐχαριστία αὕτη εἰς χαράν, ὑγείαν καὶ εὐφροσύνην· καὶ ἐν τῇ φοβερᾷ καὶ δευτέρᾳ ἐλεύσει σου ἀξίωσόν με τὸν ἁμαρτωλὸν στῆναι ἐκ δεξιῶν τῆς σῆς δόξης, πρεσβείαις τῆς παναχράντου σου Μητρός, καὶ πάντων σου τῶν Ἁγίων. Ἀμήν.

Ἀνωνύμου
Εἰς τὴν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον

Παναγία Δέσποινα, Θεοτόκε, τὸ φῶς τῆς ἐσκοτισμένης μου ψυχῆς, ἡ ἐλπίς, ἡ σκέπη, ἡ καταφυγή, ἡ παραμυθία, τὸ ἀγαλλίαμά μου, εὐχαριστῶ σοι, ὅτι ἠξίωσάς με τὸν ἀνάξιον κοινωνὸν γενέσθαι τοῦ ἀχράντου Σώματος καὶ τοῦ Τιμίου Αἵματος τοῦ Υἱοῦ σου. Ἀλλ᾿ ἡ τεκοῦσα τὸ ἀληθινὸν φῶς, φώτισὸν μου τοὺς νοητοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς καρδίας· ἡ τὴν πηγὴν τῆς ἀθανασίας κυήσασα, ζωοποίησόν με τὸν τεθανατωμένον τῇ ἁμαρτίᾳ, ἡ τοῦ ἐλεήμονος Θεοῦ φιλεύσπλαγχνος Μήτηρ, ἐλέησόν με, καὶ δὸς κατάνυξιν καὶ συντριβὴν ἐν τῇ καρδίᾳ μου καὶ ταπείνωσιν ἐν τοῖς διανοήμασί μου, καὶ ἀνάκλησιν ἐν ταῖς αἰχμαλωσίαις τῶν λογισμῶν μου. Καὶ ἀξίωσόν με, μέχρι τελευταίας μου ἀναπνοῆς, ἀκατακρίτως ὑποδέχεσθαι τῶν ἀχράντων Μυστηρίων τὸν ἁγιασμόν, εἰς ἴασιν ψυχῆς τε καὶ σώματος· καὶ παράσχου μοι δάκρυα μετανοίας καὶ ἐξομολογήσεως, εἰς τὸ ὑμνεῖν καὶ δοξάζειν σε πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς μου. Ὅτι εὐλογημένη καὶ δεδοξασμένη ὑπάρχεις εἰς τοὺς αἰῶνας· Ἀμήν.
Ὁ ἱερεύς· Νῦν ἀπολύεις τὸν δοῦλόν σου Δέσποτα κατὰ τὸ ῥῆμα σου ἐν εἰρήνῃ· ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου τὸ σωτήριὸν σου, ὃ ἡτοίμασας κατὰ πρόσωπον πάντων τῶν λαῶν, καὶ δόξαν λαοῦ σου Ἰσραήλ.
Τρισάγιον. Δόξα. Καὶ νῦν. Παναγία Τριάς. Κύριε, ἐλέησον (γ´). Δόξα. Καὶ νῦν. Πάτερ ἡμῶν. Ὅτι σοῦ ἐστιν. Τὸ Ἀπολυτίκιον τῆς ἡμέρας καὶ τὸ Θεοτοκίον, τὸ τοῦ Ναοῦ καὶ τὸ Ἀπολυτίκιον καὶ Κοντάκιον τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου ἢ τοῦ Μεγάλου Βασιλείου.

Ἀπολυτίκιον τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου.
Ἦχος πλ. δ´.

Ἡ τοῦ στόματός σου, καθάπερ πυρσός, ἐκλάμψασα χάρις τὴν οἰκουμένην ἐφώτισεν, ἀφιλαργυρίας τῷ κόσμῳ θησαυροὺς ἐναπέθετο, τὸ ὕψος ἡμῖν τῆς ταπεινοφροσύνης ὑπέδειξεν· ἀλλὰ σοῖς λόγοις παιδεύων, πάτερ Ἰωάννη Χρυσόστομε, πρέσβευε τῷ λόγῳ Χριστῷ τῷ Θεῷ σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Κοντάκιον τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου.
Ἦχος πλ. β´. Τὴν ὑπὲρ ἡμῶν.

Ἐκ τῶν οὐρανῶν, ἐδέξω τὴν θείαν χάριν, καὶ διὰ τῶν σῶν, χειλέων πάντας διδάσκεις, προσκυνεῖν ἐν Τριάδι τὸν ἕνα Θεόν· Ἰωάννη Χρυσόστομε, παμμακάριστε ὅσιε· ἐπαξίως εὐφημοῦμέν σε· ὑπάρχεις γὰρ καθηγητής, ὡς τὰ θεῖα σαφῶν.
Εἰ ἐτελέσθη ἡ θεία Λειτουργία τοῦ Μεγάλου Βασιλείου λέγε τὸ τοῦ Ἁγίου·

Ἀπολυτίκιον τοῦ Μεγάλου Βασιλείου.
Ἦχος α´.

Εἰς πᾶσαν τὴν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος σου, ὡς δεξαμένην τὸν λόγον σου, δι᾿ οὗ θεοπρεπῶς ἐδογμάτισας· τὴν φύσιν τῶν ὄντων ἐτράνωσας, τὰ τῶν ἀνθρώπων ἤθη κατεκόσμησας· βασίλειον ἱεράτευμα, πάτερ ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον τοῦ Μεγάλου Βασιλείου.
Ἦχος δ´. Ἐπεφάνης σήμεροv.

Ὦφθης βάσις ἄσειστος τῇ Ἐκκλησίᾳ, νέμων πᾶσιν ἄσυλον, τὴν κυριότητα βροτοῖς, ἐπισφραγίζων σοῖς δόγμασιν, οὐρανοφάντορ Βασίλειε ὅσιε.

Καὶ τό·

Οὐρανὸς πολύφωτος ἡ Ἐκκλησία, ἀνεδείχθη ἅπαντας φωταγωγοῦσα τοὺς πιστούς, ἐν ᾧ ἑστῶτες κραυγάζωμεν· τοῦτον τὸν Οἶκον στερέωσον, Κύριε.
Εἰ δε ἐστι Δεσποτικὴ ἢ Θεομητορικὴ ἑορτή, λέγει πρῶτον τὸ Ἀπολυτίκιον τροπάριον τῆς ἑορτῆς, εἶτα τὸ τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου ἢ τοῦ Μεγάλου Βασιλείου καὶ ἐν τέλει·
Κύριε, ἐλέησον (ιβ´). Δόξα. Καὶ νῦν. Τὴν τιμιωτέραν τῶν Χερουβεὶμ καὶ ἐνδοξωτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ, τὴν ἀδιαφθόρως Θεὸν Λόγον τεκοῦσαν, τὴν ὄντως Θεοτόκον, Σὲ μεγαλύνομεν. Ἐν ὀνόματι Κυρίου εὐλόγησον Πάτερ.
Ὁ Ἱερεὺς ἐκφωνεῖ· Ὁ Θεὸς οἰκτειρήσαι ἡμᾶς καὶ εὐλογήσαι ἡμᾶς, ἐπιφάναι τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ἐφ᾿ ἡμᾶς καὶ ἐλεήσαι ἡμᾶς.
Ὁ Προεστὼς τὴν Εὐχήν· Χριστέ, τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, τὸ φωτίζον καὶ ἁγιάζον πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον, σημειωθήτω ἐφ᾿ ἡμᾶς τὸ φῶς τοῦ προσώπου σου, ἵνα ἐν αὐτῷ ὀψώμεθα φῶς ἀπρόσιτον· καὶ κατεύθυνον τὰ διαβήματα ἡμῶν, πρὸς ἐργασίαν τῶν ἐντολῶν σου· πρεσβείαις τῆς παναχράντου σου Μητρὸς καὶ πάντων σου τῶν ἁγίων.
Ὁ Ἀναγνώστης· Ἀμήν. Δόξα. Καὶ νῦν. Κύριε, ἐλέησον (γ´). Πάτερ Ἅγιε εὐλόγησον.
Ὁ Ἱερεὺς ποιεῖ τὴν τελείαν Ἀπόλυσιν· Δόξα σοι ὁ Θεός, ἡ ἐλπὶς ἡμῶν δόξα σοι.
[Ὁ ἀναστάς...] Χριστὸς ὁ ἀληθινὸς Θεὸς ἡμῶν...
Δι᾿ εὐχῶν τῶν ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν.
«Ἐὰν μὴ φάγητε τὴν σάρκα τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου καὶ πίητε αὐτοῦ τὸ αἷμα, οὐκ ἔχετε ζωὴν ἐν ἑαυτοῖς. Ὁ τρώγων μου τὴν σάρκαν καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἔχει ζωὴν αἰώνιον» (Ἰωάν. Στ´, 53-4).

ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ ΜΕΤΑ ΤΗ ΘΕΙΑ ΜΕΤΑΛΗΨΗ

Στίχοι προτρεπτικοί.

Ὅταν ἀξιωθεῖς νὰ κοινωνήσεις
τὰ ζωοποιὰ Μυστικὰ Δῶρα
δοξολόγησε ἀμέσως, εὐχαρίστησε πολὺ
καὶ μὲ θέρμη ψυχῆς λέγε στὸ Θεό·
Δόξα σ᾿ Ἐσένα Θεέ μου, Δόξα σ᾿ Ἐσένα Θεέ μου, Δόξα σ᾿ Ἐσένα Θεέ μου.

Κι ἔπειτα τὶς ἑπόμενες εὐχαριστήριες εὐχές·

Ἀνωνύμου.

Σ᾿ εὐχαριστῶ, Κύριε καὶ Θεέ μου, γιατὶ δὲν μὲ ἔδιωξες τὸν ἁμαρτωλό, ἀλλὰ μὲ ἀξίωσες νὰ κοινωνήσω τὰ Ἅγια Σου. Σ᾿ εὐχαριστῶ, γιατὶ μὲ ἀξίωσες, ἐμένα τὸν ἀνάξιο, νὰ μεταλάβω τὰ ἄχραντα καὶ ἐπουράνια Δῶρα Σου. Ἀλλά, Δέσποτα φιλάνθρωπε, Σὺ ποὺ πέθανες πάνω στὸ Σταυρὸ καὶ ἀναστήθηκες καὶ μᾶς χάρισες αὐτὰ τὰ φρικτὰ καὶ ζωοποιά Σου Μυστήρια ὡς εὐεργεσία καὶ ἁγιασμὸ τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων μας, κάμε ὥστε νὰ γίνουν αὐτὰ (τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα Σου) σ᾿ ἐμένα θεραπεία τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματός μου· νὰ διώξουν μακριά μου κάθε ἐχθρό, νὰ φωτίσουν τὰ μάτια τῆς καρδιᾶς μου, νὰ εἰρηνεύσουν τὶς ψυχικές μου δυνάμεις, νὰ καταστήσουν ἀκλόνητη τὴν πίστη μου· νὰ μοῦ χαρίσουν ἀγάπη ἀνιδιοτελή, πλησμονὴ σοφίας, δύναμη πρὸς ἐκτέλεση τῶν ἐντολῶν Σου, γιὰ νὰ γίνομαι δέκτης τῆς Χάρης Σου καὶ σιγὰ σιγὰ μέλος τῆς Βασιλείας Σου. Κι ἔτσι ἁγιασμένος καὶ μὲ τὴ φύλαξη ποὺ θὰ μοῦ παρέχει (ἡ Χάρη τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων Σου), νὰ ἐνθυμοῦμαι πάντοτε τὶς εὐεργεσίες Σου, καὶ νὰ μὴ ζῶ πιὰ γιὰ τὸν ἑαυτό μου, ἀλλὰ γιὰ Σένα, τὸν Δεσπότη καὶ Εὐεργέτη μου. Κι ἔτσι, ὅταν πιὰ φύγω ἀπ᾿ αὐτὴ τὴ ζωή, μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς αἰώνιας ζωῆς, νὰ κερδίσω τὴν αἰώνια ἀνάπαυση κοντά Σου, ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχει μονίμως ἡ ἑορταστικὴ ἀτμόσφαιρα καὶ ἡ ἀτέλειωτη εὐχαρίστηση ἐκείνων ποὺ ἀντικρίζουν τὴν ἀνέκφραστη ὀμορφιὰ τοῦ προσώπου Σου. Γιατὶ Ἐσὺ εἶσαι, Χριστέ μας καὶ Θεέ μας, ἡ πιὸ γλυκιὰ ἐπιθυμία καὶ προσδοκία, καὶ ἡ ἀνέκφραστη εὐφροσύνη ἐκείνων ποὺ Σὲ ἀγαποῦν, γι᾿ αὐτὸ καὶ Σὲ δοξολογεῖ ὅλη ἡ κτίση στοὺς αἰῶνες. Ἀμήν.

Μεγάλου Βασιλείου.

Δέσποτα Χριστέ, ὁ Θεός μας, Βασιλιὰ αἰώνιε καὶ Δημιουργὲ τῶν πάντων, Σ᾿ εὐχαριστῶ γιὰ ὅλα τὰ ἀγαθὰ ποὺ μοῦ χάρισες, καὶ γιὰ τὴ Μετάληψη τῶν ἀχράντων καὶ ζωοποιῶν Μυστηρίων Σου. Σὲ παρακαλῶ, λοιπόν, Ἀγαθὲ καὶ Φιλάνθρωπε, φύλαξέ με κάτω ἀπὸ τὴ σκέπη Σου καὶ στὴ σκιὰ τῶν φτερῶν (προστασίας) Σου· καὶ δώρησέ μου, μὲ καθαρὴ συνείδηση, μέχρι τὴν τελευταία μου ἀναπνοή, νὰ μετέχω ἀξίως στὰ Ἅγια Μυστήρια, γιὰ νὰ μοῦ συγχωροῦνται οἱ ἁμαρτίες καὶ νὰ κερδίσω τὴν αἰώνια ζωή. Γιατί, Ἐσὺ εἶσαι ὁ Ἄρτος τῆς ζωῆς, ἡ πηγὴ τοῦ ἁγιασμοῦ κι Ἐκεῖνος ποὺ δωρίζει στοὺς ἀνθρώπους κάθε ἀγαθό. Γι᾿ αὐτὸ καὶ Σὲ δοξάζουμε μαζὶ μὲ τὸν Θεὸ Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τώρα καὶ πάντοτε καὶ στοὺς ἀπέραντους αἰῶνες. Ἀμήν.

Συμεὼν τοῦ Μεταφραστῆ.

Ἐσὺ ποὺ μοῦ ἔδωσες μὲ τὴ θέλησή Σου τὴ σάρκα Σου γιὰ τροφή μου,
Ποὺ ῾σαι φωτιὰ καὶ καῖς τοὺς ἀναξίους,
μὴ μὲ κατακάψεις, Πλαστουργέ μου,
ἀλλὰ πέρνα μέσα ἀπ᾿ τὶς ἑνώσεις τῶν μελῶν μου,
στὶς κλειδώσεις, τὰ νεφρὰ καὶ τὴν καρδιά μου.
Κάψε τ᾿ ἀγκάθια ὅλων μου τῶν παραπτωμάτων.
Καθάρισέ μου τὴν ψυχή, ἁγίασε τὸ νοῦ μου,
στήριξε τὰ πόδια μου κι ὅλα τὰ κόκκαλά μου·
φώτισε καὶ τὶς πέντες αἰσθήσεις μου,
καθήλωσέ με ὁλόκληρο στὸ φόβο Σου.
Πάντα σκέπαζέ με, προστάτευε καὶ φύλασσέ με
ἀπὸ κάθε ἔργο καὶ λόγο ψυχοφθόρο.
Κράτα με ἁγνὸ καὶ καθαρὸ κι ὁδήγησέ με·
ὀμόρφυνε, συνέτιζε καὶ φώτιζέ με.
Ἀνάδειξέ με κατοικητήριο τοῦ Ἁγίου Σου Πνεύματος μόνο
κι ὄχι κατοικητήριο τῆς ἁμαρτίας·
ὥστε ὡς δικό Σου κατοικητήριο, ἀφοῦ τὴν θεία Κοινωνία θὰ ῾χω λάβει,
σὰν τὴ φωτιὰ νὰ μὲ ἀποφεύγει κάθε κακοῦργος καὶ κάθε πάθος.
Σοῦ φέρνω πρεσβευτὲς ὅλους τοὺς ἁγίους,
τὶς ταξιαρχίες τῶν Ἀσωμάτων Δυνάμεων,
τὸν Πρόδρομό Σου, τοὺς σοφοὺς Ἀποστόλους,
καὶ μαζὶ μ᾿ ἐκείνους τὴν ἄχραντη κι ἁγνὴ Μητέρα Σου.
Ὅλων αὐτῶν τὶς μεσιτεῖες δέξου, Εὔσπλαγχνε Χριστέ μου,
καὶ ἀνάδειξέ με γιὸ τοῦ φωτός, ἐμένα ποὺ Σὲ λατρεύω.
Γιατὶ Ἐσύ ῾σαι, Ἀγαθέ, ὁ μόνος ἁγιασμός μας
καὶ τῶν ψυχῶν μας ἡ λαμπρότης,
κι ὅπως Σοῦ ἁρμόζει, ὡς Θεὸ καὶ Δεσπότη,
Σὲ δοξολογοῦμε ὅλοι κάθε ἡμέρα.

Ἀνωνύμου.

Τὸ Σῶμα Σου τὸ Ἅγιο, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεός μας, ἂς μοῦ χαρίσει τὴν αἰώνια ζωή, καὶ τὸ Αἷμα Σου τὸ Τίμιο τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν. Ἂς μοῦ γίνει αὐτὴ ἡ θεία Εὐχαριστία πηγὴ χαρᾶς, ὑγείας καὶ εὐτυχίας. καὶ ἀξίωσέ με τὸν ἁμαρτωλό, κατὰ τὴ φοβερὴ Δευτέρα Παρουσία Σου, νὰ σταθῶ στὰ δεξιά Σου, ὥστε νὰ ἀτενίζω τὴ δόξα Σου, μὲ τὶς μεσιτεῖες τῆς πάναγνης Μητέρας Σου κι ὅλων Σου τῶν Ἁγίων. Ἀμήν.

Ἀνωνύμου, στὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο.

Παναγία, Δέσποινα Θεοτόκε, ἐσὺ ποὺ ῾σαι τὸ φῶς τῆς σκοτισμένης μου ψυχῆς, ἡ ἐλπίδα, ἡ προστασία, τὸ καταφύγιο, ἡ παρηγοριὰ καὶ ἡ ἀγαλλίασὴ μου, σ᾿ εὐχαριστῶ ποὺ μὲ ἀξίωσες, ἐμένα τὸν ἀνάξιο, νὰ κοινωνήσω τὸ Ἄχραντο Σῶμα καὶ τὸ Τίμιο Αἷμα τοῦ Υἱοῦ Σου. Ἀλλά, ἐσὺ ποὺ γέννησες τὸ ἀληθινὸ Φῶς (τὸ Χριστὸ), φώτισέ μου τὰ νοητὰ μάτια τῆς καρδιᾶς μου. Ἐσὺ ποὺ κυοφόρησες τὴν πηγὴ τῆς ἀθανασίας, ζωοποίησε ἐμένα ποὺ ῾μαι νεκρὸς μὲς στὴν ἁμαρτία.Ἡ φιλεύσπλαγχνη Μητέρα τοῦ ἐλεήμονα Θεοῦ μας, ἐλέησέ με καὶ δῶσε κατάνυξη καὶ συντριβὴ στὴν καρδιά μου, ταπείνωση στὶς σκέψεις μου κι ἐλευθέρωσέ με ἀπ᾿ τοὺς πονηροὺς λογισμούς. καὶ ἀξίωσὲ με μέχρι τὴν τελευταία μου ἀναπνοὴ νὰ ὑποδέχομαι χωρὶς κατάκριση τὸν ἁγιασμὸ τῶν ἀχράντων Μυστηρίων, γιὰ νὰ θεραπεύεται ἡ ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα μου· καὶ χάρισέ μου δάκρυα μετανοίας καὶ ἐξομολογήσεως, ὥστε νὰ σὲ ὑμνῶ καὶ νὰ σὲ δοξάζω ὅλες τὶς ἡμέρες τῆς ζωῆς μου. Γιατὶ εἶσαι εὐλογημένη καὶ δοξασμένη στοὺς αἰῶνες. Ἀμήν.

Μετὰ λέγε τό·

Τώρα ἀπόλυσε, Δέσποτα, τὸν δοῦλο Σου, σύμφωνα μὲ τὸ λόγο Σου, γιατὶ τὰ μάτια μου εἶδαν τὴ Σωτηρία Σου, ποὺ ἑτοίμασες γιὰ ὅλους τοὺς λαούς, φῶς ποὺ θὰ φωτίζει τὰ ἔθνη καὶ θὰ δοξάζει τὸ λαό Σου Ἰσραήλ.
Τρισάγιο. Δόξα. καὶ νῦν. Παναγία Τριάς. Κύριε, ἐλέησον (τρεῖς φορές). Δόξα. καὶ νῦν. Πάτερ ἡμῶν. Ὅτι σοῦ ἐστιν.

Καὶ τὸ ἀπολυτίκιο τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου.

Ἡ χάρη τοῦ στόματός σου, ποὺ ἔλαμψε σὰν πυρσός, φώτισε ὅλη τὴν οἰκουμένη· ἄφησε ὡς κληρονομιὰ στὸν κόσμο θησαυροὺς ὄχι ὑλικοὺς ἀλλὰ πνευματικούς· μᾶς ἔδωσε ἀκόμη ὑπόδειγμα ταπεινοφροσύνης. Ἀνατρέφοντάς μας πνευματικὰ μὲ τοὺς λόγους σου, πάτερ Ἰωάννη Χρυσόστομε, πρέσβευε τὸ Χριστό, τὸ Λόγο τοῦ Θεοῦ, νὰ σώσει τὶς ψυχές μας.
Ἐὰν τελέσθηκε ἡ θεία Λειτουργία τοῦ Μεγάλου Βασιλείου λέγε τὸ τοῦ Ἁγίου·

Ἀπολυτίκιο.

Σ᾿ ὅλο τὸν κόσμο ἁπλώθηκε ἡ φήμη σου, ἀφοῦ δέχθηκε τὰ σοφὰ λόγια σου. Μὲ τὴ θεοφώτιστη διδασκαλία σου, φανέρωσες τὴν πίστη τῆς Ἐκκλησίας, ἀποκάλυψες τὴ φύση τῶν δημιουργημάτων καὶ στόλισες τὴ ζωὴ καὶ τὰ ἤθη τῶν ἀνθρώπων. Ἐσύ, ὅσιε Πάτερ, πραγματοποίησες τὸ «βασίλειο ἱεράτευμα» (ποὺ λέγει ἡ Γραφὴ). Πρέσβευε στὸ Χριστό, τὸ Θεό μας, νὰ σώσει τὶς ψυχὲς μας.
Μὲ τὶς εὐχὲς τῶν ἁγίων Πατέρων μας, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησε καὶ σῶσε μας. Ἀμήν.