Η εικόνα της Ανάστασης

Οι εικόνες δεν είναι διακοσμητικά αντικείμενα στην Εκκλησία. Εκφράζουν, όπως και οι ύμνοι, τη διδα...

Θεία Λειτουργία στα αγγλικά

Θεία Λειτουργία στα αγγλικά

Η προετοιμασία του Λειτουργού και του προσφόρου

Η ακολουθία της προσκομιδής Γενικά τινα περί της Προσκομιδής Η ιερά τελετή της Προσκομιδής τελείται ιδιαιτέρως υπό του λειτουργού ιερέως,...

Καταστροφικές λατρείες

Ναι μεν έχουμε ανεξιθρησκεία, όμως οι "Καταστροφικές λατρείες" δεν είναι μια θρησκεία.Γιατί; Σκεφτήτε λίγο αν ξέρετε κάποια γεγον...

Κύπρος η Νήσος Αγίων

Go to Blogger edit html and find these sentences.Now replace these sentences with your own descriptions.

Περί του φόβου του Θεού...

O φόβος - Jean Claude Larchet (Ζαν Κλοντ Λαρσέ)
Διδάκτωρ Φιλοσοφίας και διδάκτωρ Θεολογίας 
του Πανεπιστημίου του Στρασβούργου
Επιμέλεια Σοφία Ντρέκου

Οι Πατέρες συμπεριλαμβάνουν στα πάθη τον φόβο και τις συγγενείς προς αυτόν καταστάσεις, που συνιστούν μορφές ή διαβαθμίσεις του, όπως τη φοβία, το δέος, τον τρόμο και επιπλέον το άγχος, την αγωνία, την αδημονία.

Γενικά, ο φόβος προκαλείται από τον κίνδυνο στέρησης ή πόνου/δοκιμασίας, μέσω της ιδέας ή του αισθήματος ότι θα χάσουμε ή ενδεχομένως θα χάσουμε αυτό, που επιθυμούμε ή αυτό στο οποίο είμαστε προσκολλημένοι.

Ωστόσο, ο φόβος, -που ορίζεται κατ' αυτό τον τρόπο- είναι δυνατόν ν' αποτελεί αρετή παρά πάθος. 

Σημειώνει σχε­τικά
 ο Κλήμης ο Αλεξανδρέας: «Ει και πάθος ο φόβος, ως βούλονταί τινες, ότι φόβος εστί πάθος, ουχ ο πας φόβος πά­θος». 

Πρέπει λοιπόν να διακρίνουμε δύο είδη φόβου.

1) Το πρώτο είδος φόβου, που ο Θεός ενέβαλε στον άν­θρωπο κατά τη δημιουργία του, -συνεπώς ανήκει στην αν­θρώπινη φύση-, έχει διπλή μορφή.

α) Η πρώτη του μορφή είναι μια δύναμη, που συνδέει τον άνθρωπο με την ίδια την ύπαρξή του και τον κάνει να φο­βάται για την απώλεια της ίδιας της ψυχής και του σώματός του. Μέσω αυτού του φόβου στις στοιχειωδέστερες εκδηλώσεις του, ο άνθρωπος προσαρμόζεται στη ζωή και το είναι, ενώ φοβάται ο,τιδήποτε θα ήταν δυνατόν να τα διαβρώσει και να τα καταστρέψει [Σ.τ.μ.: Τη ζωή και το είναι]. 

Επιπλέ­ον αποστρέφεται
 το μη-είναι και την ανυπαρξία, όπως το εξηγείο Άγιος Μάξιμος, που υπογραμμίζει ότι η συγκεκρι­μένη ροπή είναι φυσική, δηλαδή ανήκει στην ίδια τη φύση του ανθρώπου: «Ει γαρ εξ ουκ όντων τα όντα γενόμενα, και του όντος, ου του μη όντος, έχουσι ανθεκτικήν δύναμιν· ταύτης δε κατά φύσιν ίδιον η προς τα συστατικά ορμή, και προς τα φθαρτικά αφορμή»· μετέχει των λόγων, «των δημιουργικώς αυτή [Σ.τ.μ.: «Τη ανθρωπίνη φύσει»] παρ' α(Α)υτού εντεθέντων». Και ο ίδιος γράφει σε άλλο σημείο: «Εστί γαρ και κατά φύσιν και παρά φύσιν δειλία [Σ.τ.μ.: Φόβος]· και κατά φύσιν δειλία εστί, δύναμις κατά συστολήν του όντος ανθεκτι­κή».

Ακριβώς με την ίδια έκφραση, «δύναμιν κατά συστολήν του όντος ανθεκτικήν», χαρακτηρίζει το φόβο,
 ο Αγιος Ιω­άννης Δαμασκηνός και συμπληρώνει ότι θα μπορούσαμε να πούμε, ότι αντιστοιχεί στο ένστικτο της αυτοσυντήρησης, την ορμή της ζωής, την έμφυτη ροπή ότι οφείλουμε να παρα­μείνουμε στο είναι και να διαιωνίσουμε την ύπαρξή μας. Ιδιαίτερα εκδηλώνεται ως φόβος του θανάτου που συνιστά φυσική ροπή, καθώς ο Δημιουργός μας έδωσε τη ζωή για να τη διατηρήσουμε και η φθορά και ο θάνατος αποτελούν φαινόμενα αντίθετα στη φύση.

β) Η δεύτερή του μορφή είναι ο «φόβος του Θεού», που στην αρχική βαθμίδατου είναι ο φόβος της θείας τιμωρίαςκαι στην ανώτερη βαθμίδα του ο φόβος της απομάκρυνσης και του αποχωρισμού από το Θεό. Η δεύτερη μορφή φόβου συνδέεται φυσικά με την προηγούμενη: ο προσκολλημένος στη ζωή και το είναι του άνθρωπος, φοβούμενος την απώλειά τους, εάν γνωρίζει την πραγματική φύση τους, τρέμει πιθανόν τον χωρισμό από το Θεό, που είναι η αρχή και το τέλος τους, η πηγή και το νόημά τους. 

Ακόμη υψηλότερα από τη βιολογική ζωή, για τον άνθρωπο που συνειδητοποιεί το θεμέ­λιο της πραγματικότητας, βρίσκεται η εν Χριστώ ζωή, για την απώλεια της οποίας φοβάται. Να γιατί στον πνευματικό άνθρωπο, ο φόβος του Θεού και ο φόβος αυτών που είναι δυ­νατόν να τον χωρίσουν από τον Θεό, -της αμαρτίας και του Πονηρού που οδηγούν στο θάνατο της ψυχής (πρβλ. Ματθ. 10, 28. Λουκ. 12, 5)-, εξαφανίζουν το φόβο του θανάτου. Ο θάνατος της ψυχής είναι ο μόνος, που οφείλει να φοβάται ο άνθρωπος, καθώς του στερεί οριστικά όλη τη ζωή, ενώ ο βιολογικός θάνατος μόνο πρόσκαιρα χωρίζει την ψυχή από το σώμα και αποσυνθέτει μόνο τη γήινη και φθαρτή μορφή της ύπαρξης.

Το πρώτο είδος του φόβου, που μόλις παρουσιάσαμε στις δύο μορφές του, συνιστά αρετή, που κατείχε ο Αδάμ στην προπτωτική κατάστασή του

Πράγματι, ο προορισμός του Αδάμ ήταν να γίνει κατά χάρη αθάνατος, αλλ' ήταν επιδεκτι­κός θανάτου εξαιτίας της ελεύθερης βούλησής του, εάν μέσω αυτής ερχόταν σε αντίθεση με το θέλημα του Θεού.
 Να για­τί ο Θεός λέγει στον Αδάμ και την Εύα: «Από δε του ξύλου του γινώσκειν καλόν και πονηρόν, ου φάγεσθε απ' αυτού· η δ' αν ημέρα φάγητε απ' αυτού, θανάτω αποθανείσθε» (Γεν. 2, 17). Ο φόβος, (συγχρόνως, του θανάτου και του χωρισμού από το Θεό),ήταν ένα από τα μέσα που έδωσε ο Θεός στον άνθρωπο, για να τον βοηθήσει να τηρεί την εντολή Του και να προφυλάσσεται από τ' αποτελέσματα της παράβασής της.

2) Το δεύτερο είδος φόβου, το οποίο
 οι Πατέρες θεωρούν ως πάθος, αποτελεί συνέπεια του προπατορικού αμαρτήμα­τος. Εκδηλώνεται πάντα με τη μορφή αποστροφής, που νιώθει ο άνθρωπος έναντι αυτού που είναι δυνατόν να φθεί­ρει και να καταστρέφει την ύπαρξή του· ο όρος ύπαρξη δεν αναφέρεται όμως στο κατά Θεόν είναι του ανθρώπου, αλλά στο πεπτωκός είναι του, στο οποίο προσκολλάται με τη φιλαυτία. Εμφανίζεται πάντα πριν από κάθε φόβο θανάτου, αλλά πλέον για διαφορετικό λόγο σε σχέση με την πρώτη μορφή. Λαμβάνει πολυποίκιλες μορφές, και θα ήταν κουρα­στικό να τις απαριθμήσουμε στο σημείο αυτό. Θ' αναφέρου­με μαζί με τον Αγιο Μάξιμο, για να χαρακτηρίσουμε το συγκεκριμένο φόβο ότι συμμετέχει στα πάθη που οφείλονται στη στέρηση της ηδονήςκαι έρχεται όπως εκείνα ως αποτέλεσμα αυτού που η φιλαυτία κατεργάζεται μέσω της οδύνης ψυχής και σώματος: ο άνθρωπος φοβάται μήπως χάσει ένα αισθητό αντικείμενο, η κατοχή του οποίου (πραγματική ή φανταστικά πρόωρη) του παρέχει συγκεκριμένη αισθητή απόλαυση. Φοβάται επίσης και την αιτία της πιθανής απώ­λειας του αντικειμένου. Η ιδέα ή η αίσθηση της πιθανής αυτής απώλειας γεννά στην ψυχή του κατάσταση δυσφορίας και ταραχής, των οποίων τις συνέπειες υφίσταται και στο σω­ματικό πεδίο εξίσου: «Ποτέ μεν η ψυχή, ποτέ δε το σώμα προεδειλίασε, και τω ετέρω του πάθους μετέδωκεν», σημει­ώνει ο Αγιος Ιωάννης της Κλίμακος.

Σε όλες τις περιπτώσεις ο φόβος-πάθος αποκαλύπτει πρόσδεση και αγάπη στον κόσμο τούτο:
 στα αγαθά του, στην αισθητή ηδονή τους, καθώς επίσης και στο συγκεκριμένο τρόπο ζωής, καθώς αυτή η ζωή κατανοείται ως προϋπηρεσία για να φτάσει κάποιος στην απόλαυση. Από τότε είναι δυνα­τόν να επανασυνδέσουμε στη συγκεκριμένη μορφή φόβου, κάθε φόβο θανάτου, που δεν υπήρχε πριν για παράδειγμα, όπως στο πλαίσιο του φυσικού φόβου μπορούμε να συνά­ψουμε το φόβο απώλειας της ζωής, ο οποίος αναγνωρίζεται: 

α) ως αγαθό που προσφέρεται από το Θεό και προϋπηρεσία για να ενωθούμε μαζί Του,
β) ως απώλεια των αισθητών ηδονών του κόσμου, τις οποίες η ζωή επιτρέπει ν' απολαύ­σουμε. Η βασική αυτή σχέση του πάθους του φόβου και της κοσμικής ζωής, -που κατανοείται και βιώνεται σαρκικά-, αξιολογείται συχνά στο πλαίσιο της διδασκαλίας των Πατέ­ρων.

Ο Άγιος Ισαάκ γράφει: «Ότε [άνθρωπος] εν τη γνώ­σει και τη πολιτεία του σώματος ίσταται, εκ του θανάτου πτο­είται». Ένα απόφθεγμα αναφέρει: «Ρωτήθηκε ένας Γέροντας: "Γιατί φοβάμαι όταν περπατώ στην έρημο;» Και απάντησε: «Γιατί εξακολουθείς να ζεις"!». Και ένα ακόμη: «Αδελφός ρώτησε ένα Γέροντα: "Γιατί με καταλαμβάνει φό­βος όταν μου τυχαίνει να βγαίνω μόνος τη νύκτα;" Και ο Γέ­ροντας απαντά: «Γιατί η ζωή τού κόσμου εξακολουθεί να έχει αξία για σένα»».

Ενώ το πρώτο είδος του φόβου είναι «κατά φύσιν», το δεύτερο, που συνιστά κακό πάθος, είναι «παρά φύσιν» και «παρά λόγον».
 Οφείλεται στο γεγονός ότι ο άνθρωπος απομάκρυνε το διπλό σκοπό του φόβου, -φυσιολογικό και φυσικό-, που τον συνέδεε με το αληθινό είναι του και το Θεό, για να τον καταστήσει φόβο απώλειας του πεπτωκότος είναι τού αποχωρισμού από τον αισθητό κόσμο, και απώλειας της εμπαθούς ζωής και της αντίστοιχης, προς αυτή, ηδονής. Αντί να φοβάται ό,τι απειλεί την ύπαρξή του και ιδιαίτερα την πνευματική του ύπαρξη, ο άνθρωπος αρχίζει να φοβάται ό,τι θέτει σε κίνδυνο το αισθητό είναι του και τις απολαύσεις, που καρπώνεται απ' αυτό.

Στο σημείο αυτό φαίνεται ότι
 ο κατά Θεόν φόβος και ο «κοσμικός» φόβος δε συνιστούν δύο διαφορετικές στάσεις εκ φύσεως, αλλά ουσιαστικά την ίδια διάθεση και στάση, προσανατολισμένη προς δύο διαφορετικούς σκοπούς. Τούτο προκύπτει από τις πατερικές διδασκαλίες, όπου οι δύο σκοποί παρουσιάζονται ως αποκλείοντες ο ένας τον άλλο: αν φο­βόμαστε κάποιο πράγμα του κόσμου αυτού, τούτο συμβαίνει γιατί δε φοβόμαστε το Θεό· αντίστροφα, όποιος φοβάται το Θεό, δεν έχει τίποτε να φοβηθεί: «ο δούλος Κυρίου γενόμενος τον οικείον Δεσπότην και μόνον φοβηθήσεται· ο δε τούτον ούπω φοβούμενος, την εαυτού σκιάν πολλάκις πεφόβηται», γράφει για παράδειγμα ο Αγιος Ιωάννης της Κλίμακος. Για το λόγο αυτό εξάλλου οι Πατέρες αναφέρουν ότι ο φόβος-πάθος ευνοείται από την ακαρπία της ψυχής, εξαι­τίας της απώλειας της θείας παρουσίας σ' αυτήν: «Εφοβήθην ότι γυμνός ειμί», εξομολογείται ο Αδάμ, μετά το αμάρτη­μά του (Γεν. 3, 10).

Όπως όλα τα υπόλοιπα πάθη,
 ο φόβος παρουσιάζεται από τους Πατέρες ως νόσος. Κύριος λόγος, που μόλις πα­ρουσιάσαμε είναι η διαστροφή της ενάρετης φυσικής διάθε­σης και στάσης σε παρά φύση πάθος. Δευτερεύοντα λόγο συνιστούν οι ταραχές που γεννά ο φόβος.

Κατά πρώτον, ο φόβος αποκαλύπτει παθολογική σχέση του ανθρώπου προς το Θεό. Ο άνθρωπος αποστρέφεται το Θεό, την πηγή της ζωής του, την αρχή και το τέλος τού είναι του, το νόημα της ύπαρξής του και τοποθετεί το κέντρο των μερίμνων του στην αισθητή πραγματικότητα που γίνεται γι' αυτόν το Απόλυτο:φοβούμενος την απώλεια κάποιου αγαθού του κόσμου και κάποιας αισθητής ηδονής, αντί να φοβάται την απώλεια του Θεού και συνεπώς του ίδιου του εαυτού του, απομακρύνεται τελικά από το Θεό. Όλη η διαδι­κασία του προπατορικού αμαρτήματος, εντοπίζεται και πάλι στη συγκεκριμένη στάση, όπως βλέπουμε μαζί με όλες τις συ­νέπειές της προφανώς.

Ο έμφοβος, όμως δεν έχει λησμονήσει το Θεό μόνο ως αρχή και τέλος τού είναι και του βίου, αλλά και ως νόημα και κέντρο της ύπαρξης: Τον έχει εξίσου απαρνηθεί και αγνοή­σει· έχει αρνηθεί την Πρόνοια και την προστασία, με την οποία περιβάλλει κάθε ύπαρξη. Ο φόβος αποκαλύπτει την παραίσθηση, την οποία έχει ο παραδομένος στον εαυτό του άνθρωπος: να μη μπορεί ή να μη πρέπει να βασίζεται στις δικές του δυνάμεις, να αποστερείται της βοήθειας του Θεού. «Ρώτησαν ένα Γέροντα: «Γιατί φοβάμαι διασχίζοντας την έρημο;» Και αυτός απάντησε: «Γιατί νομίζεις ότι είσαι μόνος και δε βλέπεις το Θεό δίπλα σου». Η διδασκαλία του ίδιου του Χριστού έρχεται ν' ακυρώσει και να διαλύσει την ψευδαίσθηση, υπενθυμίζοντας στον άνθρωπο ότι ο Θεός προνοεί αδιάκοπα γι' αυτόν (Ματθ. 10, 29-31. Λουκ. 12, 6-7). Ακόμη ο φόβος είναι τεκμήριο και σημείο απώλειας της πίστης στη Θεία Πρόνοια: «Τί δειλοί εστε ούτω; πώς ουκ έχετε πίστιν;» λέγει ο Χριστός στους κατατρομαγμένους από τη θύελλα μα­θητές του (Μάρκ. 4, 36-40). 

Επιπλέον, ο φόβος εκφράζει απώλεια πίστης και στα πνευματικά αγαθά. Διότι αν ο άνθρωπος είχε συνδεθεί μ' αυτά, μόνο αυτά θα φοβόταν μή­πως χάσει: «μίαν οδύνην ειδώς, την τούτων [θείων] αποτυχίαν», αναφέρει σχετικά
 ο Αγιος Μάξιμος. Τα θεία αγαθά είναι πραγματικά τα μόνα, τα οποία έχουν για τον άνθρωπο απόλυτη αξία και ζωτική σημασία. Ο άνθρωπος, που έχει εμπιστοσύνη στο Θεό, γενόμενος μέτοχος της Αναστάσεως του Χριστού και της θείας ζωής, οφείλει να μη φοβάται καμιά επίθεση κατά της ψυχής ή κατά του σώματός του, ούτε ακόμη την επίθεση του θανάτου που σκοτώνει προσωρινά το σώμα, αλλά δεν μπορεί να κάνει τίποτε περισσότερο (Ματθ. 10, 28. Λουκ. 12, 4). Όποιος ενώνεται με το Θεό, βρίσκει σ' Αυτόν την πληρότητα των αγαθών και δε φοβάται μήπως στερηθεί κάποιου αισθητού αγαθού.

Βεβαίως, ο φόβος δεν αφορά μόνο στην έλλειψη πίστης προς τα πνευματικά αγαθά, τα μόνα αληθινά. Ο ίδιος αποδίδει μάταιη πίστη στα αισθητά αγαθά, των οποίων η πραγμα­τικότητα είναι απατηλή και η παρουσία σύντομη όπως του άνθους και της χλόης. Αποτελούν θησαυρούς, που αφανί­ζουν η αποσύνθεση και ο σκόρος και κλέβουν οι κλέφτες (Ματθ. 6, 19. Λουκ. 12, 33). Ο άνθρωπος, αργά ή γρήγορα, χάνει τα αισθητά αγαθά, εξαιτίας του πρόσκαιρου και παρο­δικού χαρακτήρα τους ή λόγω του θανάτου του. Μαζί τους χάνεται και η συνδεδεμένη μ' αυτά ηδονή, η οποία άλλωστε όπως έχουμε δει, είναι πενιχρή σε σύγκριση με την απόλαυση των αγαθών της Βασιλείας του Θεού. Για το λόγο αυτό ο πεπτωκώς άνθρωπος σφάλλει ως προς την αληθινή ουσία των πραγμάτων και των αισθητών ηδονών στις οποίες προσκολλάται. Μάλιστα είναι δυνατόν ο ίδιος να κατέχεται από φό­βο: αν γνώριζε τη φύση των αγαθών, η ενδεχόμενη απώλειά τους θα του ήταν αδιάφορη.

Το γεγονός ότι συνολικά ο φόβος είναι ανωφελής συνιστά ένα ακόμη λόγο εξαιτίας του οποίου παρουσιάζεται ως ασύ­νετη και παράλογη στάση. Δεν μπορεί ο άνθρωπος να εμπο­δίσει με το φόβο ο,τιδήποτε του συμβαίνει ούτε ν’ αποφύγει τον κίνδυνο ή τη στέρηση που φοβάται, αν υποθέσουμε ότι πράγματι θα επισυμβούν: «Τις εξ υμών μερίμνων δύναται προσθείναι επί την ηλικίαν αυτού πήχυν ένα;» (Ματθ. 6, 27). 


Ο Αγιος Ιωάννης Δαμασκηνός
 στον αναποτελεσματικό φό­βο και την ατελέσφορη μέριμνα, τους οποίους ο Χριστός κατηγορεί με τους λόγους Του, αντιπαραθέτει την ενεργή [Σ.τ.μ.: Ή αποτελεσματική] αμεριμνησία αυτού, που αποθέ­τει τον εαυτό του για τα πάντα στη θεία Πρόνοια.

Η παθολογία του φόβου εμφανίζεται και στο, περισσότε­ρο ή λιγότερο σημαντικό, τμήμα της φαντασίας, το οποίο τον δέχεται γενικά. Με τη φαντασία του ο άνθρωπος παραμορ­φώνει την πραγματικότητα, της αποδίδει διαστάσεις που δεν έχει, μεγεθύνοντας για παράδειγμα τους κινδύνους ή θεωρώ­ντας επικείμενη την απώλεια κάποιου αντικειμένου. Η φα­ντασία όμως προβάλλει και ανύπαρκτες πραγματικότητες: κατασκευάζει, προδικάζει ή και οδηγεί στην αποδοχή ως βέβαιον, -στο παρόν ή το εγγύς μέλλον- γεγονότων που δεν έχουν συμβεί και για τα οποία κανένας αντικειμενικός λόγος δεν εγγυάται την πραγματοποίησή τους. 

Έτσι ο Άγιος Ιω­άννης της Κλίμακος δίνει για το φόβο τον εξής ορισμό: «Φό­βος εστί προμελετώμενος κίνδυνος [...], σύντρομος αίσθησις καρδίας περί αδήλων συμφορών κλονουμένη και ασχάλλουσα» [Σ.τ.μ.: Αγωνιώδης]. Παρατηρεί επιπλέον πως ο φόβος θέτει ερωτηματικά και για τα πλέον βέβαια πράγματα (στο όνομα του αντικειμένου του) και το ρόλο που αναλαμβάνει η φαντασία στο σημείο αυτό: «Φόβος εστί πληροφορίας [Σ.τ.μ.: Η ακλόνητη βεβαιότητα για κάποιο θέμα με την επίνευση της Θείας Χάρης] στέρησις». Και ακολουθούν τα πα­θολογικά σημεία του παραληρήματος: παραμόρφωση της πραγματικότητας, όχι αντίληψη του συμβαίνοντος ή του γε­γονότος, αντίληψη ανύπαρκτης πραγματικότητας. Από τον τρόπο, που το πραγματικό γίνεται αντιληπτό και βιώνεται, ο φόβος αποκαλύπτει πάντα ότι η φαντασία δίνει το βήμα και στις υπόλοιπες δυνάμεις και επιβάλλει τις παραστάσεις της σ' αυτές. 

«Κατάπληξις δε φόβος εκ μεγάλης φαντασίας», παρατηρεί ο Άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός. Ενώ ο φόβος και η κατάπληξις μόνο μερικώς διεγείρονται από αντικειμενι­κούς λόγους, αποτελούν συχνότατα ισχυρό τμήμα τής φαντα­σίας. 

Οι περισσότερες όμως από τις υπόλοιπες μορφές φό­βου, και ιδιαίτερα το
 άγχος και η αγωνία, χαρακτηρίζονται από την απουσία αντικειμενικών λόγων θεμελίωσης· στο άτομο που είναι υποχείριο του φόβου σημαντικό ρόλο ασκεί η επιρροή του παραλόγου. Στον έμφοβο άνθρωπο, μοιά­ζουν κατεσταλμένες οι δυνάμεις, που θα του επέτρεπαν να εκτιμά τα πράγματα και τα γεγονότα στις ακριβείς τους δια­στάσεις. 

Ο συγγραφέας του βιβλίου
 Σοφία Σολομώντος αναφέρει: «ουθέν γαρ εστι φόβος ει μη προδοσία των από λογισμού βοηθημάτων» (17, 11).

Ενδεχομένως, η γέννηση και η ανάπτυξη του φόβου, υπο­κινούνται ή εννοούνται από διάφορα πάθη. Στην πρώτη θέ­ση, η υπερηφανία, η οποία είναι στενά συνδεδεμένη με το φό­βο. Συναφής είναι η παρατήρηση του Αγίου Ισαάκ: «Ο ταύ­της [της ταπεινώσεως] ελλείπων, ελλιπής εστι και από της τελειώσεως· και ο από ταύτης ελλιπής, αεί περίφοβός εστι». 


Ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος συμπληρώνει σχετικά: «Υπερήφανος ψυχή, δειλίας δούλη· εφ' εαυτή πεποιθυΐα, και κτύπους κτισμάτων και σκιάς δεδοικυΐα». 

Ο Άγιος Συ­μεών ο Νέος Θεολόγος υπενθυμίζει ότι ο φόβος συνδέεται προφανέστατα και με το πάθος τής δειλίας.

Σύμφωνα με τη διδασκαλία του
 Αποστόλου Παύλου, ο φόβος είναι δυνατόν να γεννάται από την αμαρτία: «Θλίψις και στενοχωρία επί πάσαν ψυχήν ανθρώπου του κατεργαζομένου το κακόν» (Ρωμ. 2, 9). 

Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστο­μος επισημαίνει: «Οι εν αμαρτίαις όντες και φόβω συζώσι διηνεκεί· και καθάπερ οι δια νυκτός ασελήνου βαδίζοντες τρέμουσι, καν μηδείς ο φοβών παρή, ούτω και οι την αμαρτίαν εργαζόμενοι, θαρρείν ουκ έχουσι, καν μηδείς ο ελέγχων η· αλλά πάντα δεδοίκασι, και υποπτεύουσιν, υπό του συνειδότος κεντούμενοι, και πάντα αυτοίς δέους και αγωνίας εστί μεστά, πάντα περιβλέπονται, πάντα φοβούνται».Οι συγκε­κριμένες θέσεις φαίνεται ότι δεν πρέπει να αναφέρονται μό­νο σ' όσους υποκρίνονται ότι ζουν σύμφωνα με τις εντολές ή ότι τουλάχιστον τις γνωρίζουν, ενώ τις έχουν παραβεί και κα­τά συνέπεια υφίστανται τον έλεγχο της συνείδησής τους. Πρέπει να εφαρμόζονται και σε όσους, ενώ ζουν έξω από την πίστη, αγνοώντας τους κανόνες και τις εντολές της, έχουν εντούτοις κάποια αόριστη και ασαφή αίσθηση της αμαρτωλότητάς τους. Φαίνεται ακόμη ότι η ισχύς της αμαρτητικής κατάστασης που υποκινεί το φόβο με τη μορφή του άγχους και της αγωνίας είναι τόσο μεγαλύτερη, όσο το υποκείμενο δεν έχει συνειδητοποιήσει σαφώς το ελάττωμα και το σφάλ­μα του. 

Υπενθυμίζοντας «την της ψυχής δειλίαν της εαυτών κακίας»
 ο Άγιος Διάδοχος Φωτικής συμβουλεύει το χριστια­νό να επαγρυπνεί και να φροντίζει την εξομολόγηση ιδίως των ακουσίων αμαρτημάτων του και μάλιστα των ασυνείδη­των από την πρώτη στιγμή. Πάλι ο ίδιος γράφει: «εάν γαρ μη πρεπόντως και περί αυτών [των ασυνειδήτων] εξομολογησώμεθα, δειλίαν τινα άδηλον [...] ευρήσομεν εν εαυτοίς».

Όπως και τα υπόλοιπα πάθη, ο φόβος έχει άμεσα μερίδιο στη δαιμονική ενέργεια, συνδεδεμένος με τους δαίμονες, οι οποίοι συμβάλλουν στην εμφάνισή του, και επωφελούνται πολύ από την παρουσία του, καθώς συνιστά ιδιαίτερα ευνοϊ­κό έδαφος για τη δράση τους. Βρίσκουν στο φόβο το σύμμα­χό τους, παρατηρεί ο Άγιος Διάδοχος υπενθυμίζοντας σύνδεση φόβου και αμαρτίας.

(Πλήθος αναφορών σε έργα των Πατέρων της Εκκλησίας μας θα βρείτε στο βιβλίο του Jean Claude Larchet(*) «Η θεραπευτική των πνευματικών νοσημάτων – Εισαγωγή στην ασκητική παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας», Τόμος Α', Εκδόσεις «Αποστολική Διακονία») (alopsis.gr)


Η θεραπευτική του φόβου: Ο φόβος του Θεού 
(Jean Claude Larchet)

Ο φόβος και οι καταστάσεις που συνδέονται ενδεχομένως μ' αυτόν, όπως η δειλία, η ανησυχία, το άγχος, η αγωνία, η φο­βία, έχουν ουσιαστική σχέση, όπως είδαμε, με την προσκόλληση στα αισθητά αγαθά. Δεν είναι λοιπόν δυνατόν να θερα­πευτεί ο άνθρωπος απ’ αυτόν παρά μόνο αν (από)χωριστεί από τον κόσμο τούτο (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Ομιλία-ανδριάντες), αν αποθέσει όλη του τη μέριμνα στο Θεό, με σταθερή την ελπίδα, ότι μέσω της Πρόνοιάς Του, θα φροντίσει για όλες του τις ανάγκες.

Αυτό διδάσκει και ο ίδιος ο Χριστός:  
«Μη ουν μεριμνήσητε λέγοντες, τι φάγωμεν ή τι πίωμεν ή τι περιβαλώμεθα; πάντα γάρ ταύτα τα έθνη επιζη­τεί· οίδε γαρ ο Πατήρ ημών ο ουράνιος ότι χρήζετε τούτων απάντων. Ζητείτε δε πρώτον την Βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην Αυτού, και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν. Μή ουν μερμνήσητε εις την αύριον» (Ματθ. 6, 31-34). Στην ίδια προοπτική ο Αγιος Ισαάκ ο Σύρος συμβουλεύει: «Εάν πιστεύης, ότι ο Θεός πρόνοιάν σου ποιήται, τί μεριμνάς και φροντίζεις περί προσκαίρων, και των της σαρκός σου χρειών; [...]. Επίρριψον επί Κύριον την μέριμνάν σου, και Αυτός σε διαθρέψει. Και ου μη πτοηθής πτόησιν επερχομένην σοι», «έγγισον, φησίν, εις το ελπίσας εις εμέ, και αναπαύη εκ του έργου και του φόβου».

Η έλλειψη πίστης είναι, όπως είδαμε, η πρώτη πηγή του φόβου· αυτός υπάρχει λοιπόν σε καταστολή στην ψυχή του ανθρώπου κατά το μέτρο της πίστης του στο Θεό.
 Ο Ευάγριος παρατηρεί: «Πίστις ουκ εκκλίνουσα, [...] υποψίαν φό­βου ου δέχεται» (Κεφάλαια γνωστικά). Όποιος έχει ακλόνητη πίστη στο Θεό και την Πρόνοιά Του είναι βέβαιο ότι θα λάβει απ' Αυτόν σε κά­θε περίσταση βοήθεια και προστασία και δεν πρέπει πλέον να φοβάται ούτε τις συγκυρίες ούτε τους αντιπάλους ούτε ακόμη και τον ίδιο τον θάνατο. 

Ο 
Απόστολος Παύλος υπεν­θυμίζει ότι «Αυτός γαρ είρηκεν· ου μη σε ανώ ουδ' ου μη σε εγκαταλίπω» και ότι «θαρρούντας ημάς λέγειν· Κύριος εμοί βοηθός, και ου φοβηθήσομαι» (Εβρ. 13, 5-6). 

Ο Ψαλμωδός
 σημειώνει: «Κύριος φωτισμός μου και σωτήρ μου· τίνα φοβη­θήσομαι; Κύριος υπερασπιστής της ζωής μου· από τίνος δειλιάσω; [...]. Εάν παρατάξηται επ' εμέ παρεμβολή, ου φοβηθήσεται η καρδία μου» (Ψαλμ. 26, 1.3). «Εάν πορευθώ εν μέσω σκιάς θανάτου, ου φοβηθήσομαι κακά, ότι συ μετ' εμού ει» (Ψαλμ. 22,4). 

Και
 οι Παροιμίαι αναφέρουν: «Και ου φοβηθήση πτόησιν επελθούσαν, ουδέ ορμάς ασεβών επερχομένας· ο γαρ Κύριος έσται επί πασών οδών σου και ερείσει σόν πόδα, ίνα μη σαλευθής».

Μόνη της η πίστη δεν απελευθερώνει τον άνθρωπο από το φόβο· ο Θεός είναι εκείνος που απαντώντας στην πίστη του, του προσφέρει τη βοήθειά Του και την αρωγή Του (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΓΑΖΗΣ, Επιστολή,
 ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος). Ο Αγιος Ισαάκ Σύρος γράφει: «Εάν η καρδία γαλήνη μη έχη από του φόβου και τρόμου, τήνικαύτα νοείτω, και γινωσκέτω, ότι ούτος ο φόβος της καρδίας αυτού δηλοί, και εμφαίνει, ότι ενδεής εστι πάντως ετέρου τινός βοηθούντος. [...] Η γαρ του Θεού βοήθεια, φησίν, εστιν η σώζουσα».

Ο άνθρωπος οφείλει να ζητήσει τη βοήθεια τούτη μέσω της προσευχής, με την πίστη ότι ο Θεός μπορεί να του την πα­ράσχει και με την ελπίδα ότι θα του την προσφέρει. Πρέπει να σημειωθεί ότι το πιο δραστικό και αποτελεσματικό φάρ­μακο είναι η «προσευχή του Ιησού» που στρέφεται εναντίον του φόβου και όλων των συγγενών παθών (δειλίας, τρόμου, άγχους, αγωνίας). 

Ο Άγιος Ιωάννης Σιναΐτης συμβουλεύει: «Ιησού ονόματι μάστιζε πολεμίους· ου γαρ εστιν εν τω ουρανώ και επί της γης ισχυρότερον όπλον. Απαλλαγείς της νό­σου, [Σ.τ.μ.: Του φόβου και της δειλίας] ανύμνει τον λυτρωσάμενον· ευχαριστούμεος γαρ, εις αιώνας σκεπάσει σε» (Κλίμαξ). 

Και ο
 Ευάγριος παρατηρεί: «Ψόφους μεν και κτύπους και φωνάς και οικισμούς [Σ.τ.μ.: Προσβολές, βλάβες, βασανι­σμοί] εκ δαιμόνων ακούσεται ο καθαράς επιμελούμενος προσευχής, αλλ' ου συμπετείται [Σ.τ.μ.: Δεν θα πετάξει μαζί δηλ. δεν θα συμπορευτεί με τις προκλήσεις των δαιμόνων], ουδέ προδώσει τον λογισμόν λέγων προς τον Θεόν: "Ου φο­βηθήσομαι κακά, ότι συ μετ' εμού ει", και τα όμοια» (Περί προσευχής). Ο ίδιος επιπλέον διαπιστώνει: «Ούτινος ο νους δια παντός προς τον Κύριόν εστι και ο ζήλος αυτού της μνήμης πλήρης και η επι­θυμία αυτού όλη προς Αυτόν εκτείνεται, τούτω το τους έξω των σωμάτων ημών περιφερομένους πολεμίους ανυποτά­κτους όντος ου φοβείσθαι εγγύς εστί» (Κεφάλαια γνωστικά). 

Η καρδιακή προσευχή
 δίνει πραγματικά τη δυνατότητα στον άνθρωπο να παραμένει μόνιμα ενωμένος με το Θεό και ν' αποκομίζει διαρκώς οφέλη από τη βοήθειά Του· οπότε πλέον καμιά αιτία φόβου δεν μπορεί να τον αιφνιδιάζει. «Είπεν γέρων: «Καθεύδοντός σου ή εγειρομένου, ή άλλο τι ποιούντος, εάν η ο Θεός προ οφθαλμών σου, εν ουδενί δύναταί σε ο εχθρός εκφοβήσαι, εάν δε ο λογισμός ούτος εμμείνη εν τω Θεώ, και η δύναμις του Θεού μενεί εν αυτώ» (ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Συλλογαί διάφοροι). Όσο μάλιστα η προ­σευχή του είναι καθαρότερη, τόσο λιγότερο βιώνει ο άνθρω­πος το φόβο. 

Γράφει ο Άγιος Βαρσανούφιος: «Το σημείον δε, ότι ήψατο αυτού, [εστίν] ότι ουκ έτι ταράσσεται εάν πειράση αυτόν όλος ο κόσμος». [Σ.τ.μ.: Εάν συγκρουστεί]. Η εξαφάνιση του φόβου και των συναφών παθών προκύπτει στην περίπτωση τούτη ως αποτέλεσμα της συνεχούς παρου­σίας της θείας δύναμης στον άνθρωπο χάρη στην αδιάλειπτη προσευχή. Είναι δυνατόν όμως ο άνθρωπος να λυτρωθεί από τα πάθη του και με κάποια ειδική προσευχή. 

Γράφει σχετικά ο Άγιος Ιωάννης ο Ερημίτης ότι με το αίτημα που διατυπώ­νουμε στο Χριστό μπορούμε να πάρουμε δύναμη βοήθεια για (ν' αντιμετωπίσουμε) όλες τις αγωνίες και τους φόβους μας. Ένα απόφθεγμα αναφέρει ότι «ηρώτησέ τις τοναββάν Θεόδωρον: "Εάν άφνω γένηταί τις πτώσις, και συ φοβή αββά"; Λέγει αυτώ ο γέρων: «Εάν κολληθή [Σ.τ.μ.: Απόδειξη ότι ισχύουν και έχουν γίνει κατανοητά αυτά, που αναφέρει πα­ραπάνω ο Άγιος Βαρσανούφιος είναι η αταραξία του αν­θρώπου έναντι κάθε πειρασμού, δοκιμασίας και επίθεσης από μέρους του κόσμου. Και γράφει αμέσως πριν ο Άγιος  «Οδηγεί εις [την τελείαν ευχήν] τον άνθρωπον [...], το έχειν τον νουν τω Θεώ παριστάμενον και λαλούντα αυτώ. Επιγινώσκεται δε η ευχή, όταν απαλλάσσηται ρεμβασμού και βλέπη ότι ευφραίνεται ο νους φωτισθείς εν Κυρίω» (Επιστο­λή, 79). Γίνεται κατανοητή λοιπόν από την παράθεση όλου του χωρίου, η αντίστροφα ανάλογη σχέση της τέλειας προ­σευχής και του φόβου) ο ουρανός τη γη, Θεόδωρος ου φοβείται". Ην γαρ δεηθείς του Θεού, ίνα αρθή απ' αυτού η δει­λία» (ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ,Αλφαβητική συλλογή, Θεόδωρος ο της Φέρμης).

Αντίστοιχα, η θεραπευτική του φόβου προϋποθέτει την απάρνηση του ιδίου θελήματος
 εκ μέρους του ανθρώπου και την ταπεινόφρονα συμπεριφορά. Έτσι σ' ένα αδελφό που ρωτάει: «πώς δύναμαι σωθήναι εις τον καιρόν τούτον, ότι λο­γισμός δειλίας ανέβη εις την καρδίαν μου;» ο Αγιος Βαρσα­νούφιος απαντά: «Κατά πάντα καιρόν εάν δύνηται ο άνθρω­πος κόπτειν το εαυτού θέλημα εν πάσι, και έχειν ταπεινήν καρδίαν [...], δύναται σωθήναι χάριτι Θεού· και όπου εάν η, ου κατακυριεύει αυτού η δειλία». 

Ο φόβος, όπως είδαμε, συνδέεται με την υπερηφανία· όσο περισσότερο ο άνθρωπος εμπιστεύεται τις δυνάμεις του, τόσο υποδουλώνεται στο συγκεκριμένο πάθος. Για να καταφέρει να το νικήσει με τη δύ­ναμη του Θεού, για να πάρει τη δύναμη αυτή και να την κρα­τήσει, ο άνθρωπος οφείλει ν' απαρνηθεί τον εαυτό του, ν' αναγνωρίσει την ανεπάρκειά του, αλλιώς η ενέργεια του Θε­ού δεν θα μπορέσει να βρεί πεδίο δράσης μέσα του.

Ο Άγιος Ισαάκ συνιστά σ' όποιον θέλει ν' απαλλαγεί από το φόβο να προσεύχεται κυρίως για την απόκτηση της ταπείνωσης: «Όσον [τις τας ευχάς] πληθύνει, ταπεινούται η καρδία [...]. Όταν δε ταπεινωθή ο άνθρωπος, παραυτίκα κυκλοί αυτόν το έλεος, και τότε αισθάνεται η καρδία της θείας βοηθείας. Διό­τι ευρίσκει δύναμίν τινα πεποιθήσεως κινουμένην εν αυτή».

Ο άνθρωπος είναι δυνατόν να νικήσει το φόβο και με την αγάπη, η οποία τον εκδιώκει, σύμφωνα με το λόγο του
 Αγίου Αποστόλου Ιωάννου: «Φόβος ουκ έστιν εν τη αγάπη αλλά η τελεία αγάπη έξω βάλλει τον φόβον» (Α' Ιωάν. 4, 18). Μετά τη διαπίστωση ότι «κατά το μέτρον της ελλείψεως [της αγά­πης], ενυπάρχει φόβος», ο Άγιος Ιωάννης Σιναΐτης διδά­σκει σε συμφωνία με τον Άγιο Ιωάννη ότι «ο φόβου χωρίς, αγάπης πεπλήρωται» (Κλίμαξ). Αυτό έχει εφαρμογή στην αγάπη προς τον πλησίον: όποιος αγαπά τον αδελφό του δεν τον φοβάται πλέον. Αφορά όμως ουσιαστικότερα την προς τον Θεό αγάπη που αποκλείει όλες τις μορφές του εγκόσμιου φό­βου και ιδιαίτερα το φόβο του θανάτου, που συχνά βρίσκεται στην κορυφαία θέση (Πρβλ. ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος). Μέσω της αγάπης του Θεού, ο άνθρω­πος δέχεται «δύναμιν τινά πεποιθήσεως», που νικά κάθε φό­βο (Πρβλ. ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος). 

Ενώνεται μ' Αυτόν στον Οποίο υποτάσσονται τα πάντα και τίποτε δεν μπορεί να τον βλάψει (Πρβλ. ΒΑΡΣΑΝΟΥΦΙΟΣ, Επιστολή). Από τώρα και στο εξής,
 με την αγάπη, ο άνθρωπος ζει, σε στενή σχέση με το Θεό, απομακρυσμένος απ' όλα τα γήϊνα, τα εξωτερικά ή τα εσωτερικά, - που μπορεί να υποδαυλίσουν το φόβο -, και απολαμβάνει τα πνευματικά αγαθά, τα οποία δεν είναι δυνα­τόν να του τα λεηλατήσει ή να του αφαρπάσει κάποιος. 

Ο Άγιος Βαρσανούφιος παρατηρεί: «Όσον ει μετά των ανθρώπων προσδόκησον θλίψεις και κινδύνους και προσβολήν των νοητών ανέμων, όταν δε φθάσης εις τα ητοιμασμένα σοι, τότε άφοβος έση».

Πρέπει να υπογραμμιστεί, ωστόσο, ότι αν
 ο άνθρωπος οφείλει να τείνει στη θεραπεία του πάθους του φόβου, δεν πρέπει πάντως ν' απορρίπτει κάθε φόβο από την ψυχή του, διότι «ουχ ο πας φόβος πάθος» (ΚΛΗΜΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΥΣ, Στρωματείς). Υπάρχει, όπως είδαμε, ο ενάρετος φόβος, τον οποίο ο Θεός έδωσε στον άνθρωπο, ως μέσο σωτηρίας, και τον οποίο οι Πατέρες ονομάζουν για το λόγο τούτο «σωτήριον φόβον»· χρησιμοποιούν ακόμη και άλλες παρόμοιες εκφράσεις. Ο συγκεκριμένος φόβος συνι­στά αυτό που η ασκητική παράδοση ονομάζει «φόβον Θε­ού». Ο φόβος-πάθος πρέπει να εξαφανίζεται και να παρα­χωρεί τη θέση του στον ενάρετο φόβο. 

Και οι δύο μορφές του
 θεμελιώνονται πραγματικά στην ίδια φυσική τάση του ανθρώπου να φοβάται [Στοιχείο που επιτρέπει σε πολλούς Πατέρες να συμβουλεύουν: «Φοβηθώμεν τον Κύριον ως τα θηρία». Η διατύπωση αυτή χρησιμοποιείται ιδιαί­τερα από δύο από τους μεγαλύτερους δασκάλους της άσκησης: τους Αγίους Μακάριο Αιγύπτιο (ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Συλλογαί διάφοροι, Αιθίο­πες Πατέρες) και Ιωάννη Σιναΐτη (Κλίμαξ). Βλ. επίσης: ΑΠΟΦΘΕΓ­ΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Παράρτημα, ελληνική συλλογή]. Στην πρώτη περίπτωση όμως ανα­φέρεται σ' αυτό τον κόσμο, αντί ν' αναφέρεται στο Θεό, σύμ­φωνα με την επιθυμία της ίδια της φύσης του. Εναπόκειται στον άνθρωπο να τη μεταστρέψει και να την κατευθύνει και πάλι προς το Θεό. Οι δύο φόβοι αποκλείουν ο ένας τον άλλο, επειδή θεμελιώνονται στην ίδια ροπή: ο φόβος-πάθος απο­βάλλει το φόβο του Θεού και ο τελευταίος, όταν ο άνθρωπος τον αποκτά, αποβάλλει τον πρώτο. Να γιατί ένα από τα κύρια φάρμακα του φόβου-πάθους είναι ο φόβος του Θεού που, όταν βαθμιαία αυξάνει στον άνθρωπο, περιορίζει το πάθος καταλαμβάνοντας τη θέση του. Έτσι ο Σειραχίδης διαπιστώ­νει: «Ο φοβούμενος Κύριον ουδέν ευλαβηθήσεται ου μη δειλιάση» (Σοφ. Σειρ. 34, 14). 

Και ο ΄Αγιος Ιωάννης Σιναΐτης [Σημ.: Στη συνάφεια αυτή, ο Άγιος Ιωάννης Σιναΐτης χαρα­κτηρίζει ως «άφοβον φόβον» την «τελείαν του θανάτου αίσθησιν», που εκτοπίζει κάθε άλλο φόβο από τον άνθρωπο], υπενθυμίζοντας το φόβο του Θεού γράφει ότι ο φόβος τούτος αποβάλλει κάθε άλλο φόβο (Κλίμαξ). Ο ίδιος παρατηρεί επι­πλέον: «Ο δούλος Κυρίου γενόμενος τον οικείον Δεσπότην και μόνον φοβηθήσεται· ο δε τούτον ούπω φοβούμενος, την εαυτού σκιάν πολλάκις πεφόβηται» (ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ, Πρβλ. ΕΥΑΓΡΙΟΣ, Περί προ­σευχής). 

Ο Αββάς Σεραπίων επισημαίνει ότι «ο άνθρωπος, εάν [...] προσέχη ενώπιον [του Θεού] εν φόβω πάση ώρα, ουδέν του εχθρού δύναται αυτόν εκφοβήσαι» (ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Αλφαβητική συλλογή, Σεραπίων). 

Από την πλευρά του ο ΄Αγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος διαπιστώνει: «Ο φοβούμενος τον Θεόν δαιμόνων ορμάς ου φοβείται ουδέ τας ασθενείς εφόδους αυτών αλλ' ουδέ ανθρώπων πονηράς απειλάς» (Κεφάλαια διάφορα).

Ο φόβος του Θεού είναι δυνατόν να θεωρηθεί θεμελιώ­δης αρετή από πολλές επόψεις. Στην Αγία Γραφή συναντάμε συχνές νύξεις για την αρετή αυτή (Για την Καινή Διαθήκη, βλ.: Λουκ. 18,2.4· 23,40. Πράξ. 9,31· 10,2.22· 13,16.26. Ρωμ. 3,18. Β' Κορ. 5,11-7,1. Εφεσ. 5,21. Φιλιπ. 2,12. Α' Πέτρ. 1,17-2,17. Αποκ. 14,7· 15,4· 19,5), οι Πατέρες πάλι παρου­σιάζουν ως προϋπόθεση σωτηρίας το να τη διαθέτει ο άνθρωπος (Βλ. για παράδειγμα, ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Αλφαβητική συλ­λογή, Ευπρέπιος). 

Ο Άγιος Κασσιανός γράφει ότι αρχή της σωτη­ρίας μας και της σοφίας μας αποτελεί, σύμφωνα με την Αγία Γραφή, «ο φόβος του Κυρίου». 

Και ο Άγιος Βαρσανούφιος αναφέρει: «Εάν μη έργοις φανερώσωμεν την μνήμην του φό­βου του Θεού και την εκ ταύτης κατάνυξιν, κατακρινόμεθα». 

Από την πλευρά του, ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος βεβαιώνει: «Αρ­χή της αληθινής ζωής του ανθρώπου, ο φόβος του Θεού».

Αντίστοιχες προς τις δύο βαθμίδες της αρετής αυτής (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ, ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ, Διδασκαλία) είναι και οι δύο μορφές του φόβου του Θεού (Πρβλ. ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Αγάπης εκατοντάς, ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ, ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ,Διδα­σκαλία):

α) Η πρώτη μορφή πηγάζει από το φόβο της θείας κρίσης, τόσο της παρούσας (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ) όσο και της μέλλουσας [ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Αλφαβητική συλλογή, Ηλίας: «Εγώ τρία πράγματα φοβούμαι: όταν μέλλη η ψυχή μου εξελθείν από του σώματος, και όταν μέλλω τω Θεώ απαντήσαι, και όταν μέλλη η απόφασις εξελθείν κατ' εμού»] και των βασά­νων που είναι δυνατόν να προκύψουν από αυτή (Πρβλ. ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Αγάπης εκατοντάς, ΙΩ­ΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ, ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ, Διδασκα­λία, ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΥΣΣΗΣ,Ασμα ασμάτων, ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙ­ΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ). 

Περιγρά­φεται συχνά από τους Πατέρες με τη χρήση της λέξης «κόλασις». Δείξαμε αλλού ότι με τον όρο αυτό δεν πρέπει να κα­τανοείται η τιμωρία / ποινή που ένας εκδικητής και άσπλα­χνος Θεός θα επέβαλλε σ' όσους παραβαίνουν το νόμο Του, αλλά οι εσωτερικές οδύνες που συνδέονται με τη διακοπή της κοινωνίας με το Θεό και με τη στέρηση των θείων αγαθών. Ο ίδιος ο άνθρωπος καταδικάζει τον εαυτό του, με την αμαρτία, στα βάσανα αυτά· η θεία κρίση απλώς αποκαλύπτει το εύρος της αμαρτίας (Βλ. σχετικά ΚΛΗΜΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΥΣ, Παιδαγωγός, ΕΙΡΗΝΑΙΟΣ ΛΥΩΝ, Κατά αιρέσεων).

Η πρώτη αυτή μορφή είναι ο «εισαγωγικός φόβος», που χαρακτηρίζει τους αρχάριους (ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ, ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ, Δι­δασκαλία, ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ, Όροι κατά πλάτος). Για το λόγο αυτό, έχει γραφεί: «Αρχή σοφίας φόβος Κυρίου» (Ψαλμ. 110, 10· πρβλ. Παροιμ. 1, 7 9,10).


Οι Πατέρες αναφέρουν ότι τρεις αιτίες είναι δυνατόν ν' αποστρέψουν τον άνθρωπο από το πονηρό και να τον ενώ­σουν με το Θεό: 
ο φόβος της τιμωρίας, η ελπίδα των μελλό­ντων αγαθών και η αγάπη προς το Θεό (Πρβλ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ, Όροι κατά πλάτος, ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ, ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ, Δι­δασκαλία). 

Οι δύο πρώτες απο­τελούν ιδιότητα των ανθρώπων που αναζητούν την πρόοδο, [Σ.τ.μ.: Στον πνευματικό αγώνα]χαρακτηρίζουν ακόμη και τους δούλους(πρβλ. Γαλ. 4, 1). Η τρίτη είναι ίδιον του Θεού και όσων έχουν φθάσει στην ομοίωσή Του· χαρακτηρίζει τους τελείους στους οποίους συγκαταλέγονται όχι πλέον οι δούλοι Του, αλλά οι φίλοι Του και οι υιοί Του (πρβλ. Γαλ. 4, 7). 

Γράφει ο Άγιος Ιωάννης ο Κασσιανός: Αν λοιπόν κάποιους θέλει να φτάσει στην τελειότητα, ξεκινώντας από την πρώτη βαθμίδα, αυτή του φόβου, όντας κυριολεκτικά δουλοπρεπής, [...] θ' ανέλθει προοδεύοντας συνεχώς μέχρι τις υψη­λότερες οδούς της ελπίδας και κατόπιν από εκεί στην τρίτη βαθμίδα, αυτή της αγάπης [...]. Ας προσπαθήσουμε λοιπόν με ζήλο ν' ανέβουμε από το φόβο στην ελπίδα και από την ελπίδα στην αγάπη του Θεού και των αρετών.

Βλέπουμε ότι όταν
 οι Πατέρες επιβεβαιώνουν ότι η πρώτη μορφή του φόβου χαρακτηρίζει τους αρχάριους, εννοούν όσους δεν έχουν φτάσει ακόμη στην τελειότητα και δεν είναι ακόμη υγιείς. Επομένως τούτο το φόβο, ακόμη και όσοι έχουν προχωρήσει πνευματικά είναι δυνατόν και οφείλουν να τον δοκιμάζουν (Ο Άγιος ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΉΣ το επιβεβαιώνει συχνά και με ζωντανή ορολογία. Βλ. Κλίμαξ). Χωρίς δισταγμό, ο Άγιος Δωρόθεος Γάζης λέγει προς τους μοναχούς του: «Ο εισαγωγικός φόβος της καταστάσεως ημών εστίν» (Διδασκαλία).

Ωστόσο, ο φόβος αυτός καλείται να καταργηθεί και να ξεπεραστεί στο πλήρωμα της αγάπης, όπως διδάσκει 
ο Απόστολος Άγιος Ιωάννης: «Φόβος ουκ έστιν εν τη αγάπη, αλλ' η τελεία αγάπη έξω βάλλει τον φόβον, ότι ο φόβος κόλασιν έχει, ο δε φοβούμενος ου τετελείωται εν τη αγάπη» (Α' Ιωάν. 14, 18). 

Στη συνέχεια ο Άγιος Μάξιμος γράφει: «Τον πρώτον φόβον έξω βάλλει η τελεία αγάπη της ψυχής της κε­κτημένης αυτήν, μηκέτι την κόλασιν φοβουμένην» (ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Αγάπης εκατοντάς, Πρβλ. ΙΩΑΝ­ΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ). Έτσι ο Μέγας Αντώνιος μπορεί να λέγει: «Εγώ ουκέτι φοβούμαι τον Θεόν, αλλ' αγαπώ α[Α]υτόν. Η γαρ αγάπη έξω βάλλει τόν φόβον» (ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Αλφαβητική συλλογή, Αντώνιος).

Πρέπει να σημειωθεί ότι μόνο με την τέλεια αγάπη, όπως υπογραμμίζουν σκόπιμα 
ο Απόστολος Άγιος Ιωάννης και οι Πατέρες,οδηγεί το φόβο αυτό στην υποχώρηση [Σ.τ.μ.: Και τελικά στην εξαφάνιση]. Όσο ο άνθρωπος δεν καθαρί­ζεται εντελώς από τα πάθη του, δεν αποκτά την απάθεια και δεν φθάνει στο πλήρωμα της αγάπης, ο φόβος διατηρεί το λό­γο της ύπαρξής του και αποδεικνύεται χρήσιμος. 

Ο Άγιος Διάδοχος Φωτικής
 γράφει με σαφήνεια: «Ο μεν φόβος των έτι καθαριζομένων εστί δικαίων μετά μεσότητος αγάπης· η δε τελεία αγάπη των ήδη καθαρισθέντων, εν οις ουκ έστι φό­βος· «η γαρ τελεία αγάπη», φησίν [η Γραφή], «έξω βάλλει τον φόβον» (Α' Ιωάν. 4, 18). [...]. Δια τούτο πη μεν λέγει η Γρα­φή, «φοβήθητε τον Κύριον πάντες οι άγιοι αυτού» (Ψαλμ. 33, 10)· πη δε, «αγαπήσατε τον Κύριον πάντες οι όσιοι αυτού» (Ψαλμ. 30, 24)· ίνα μάθωμεν σαφώς, ότι των μεν έτι καθαριζομένων δικαίων εστίν ο φόβος του Θεού, μετά μεσότητος, ως είρηται, αγάπης· των δε καθαρισθέντων η τελεία αγάπη. Εν οις ουκ έστιν έτι έννοια φόβου τινός, αλλ' έκκαυσις άπαυστος και κόλλησις της ψυχής προς τον Θεόν, δια της ενεργείας του Αγίου Πνεύματος» (Λόγος ασκητικός).

Όσο η αγάπη δεν έχει φτάσει στην τελείωσή της, ο φόβος έχει λόγο ύπαρξης: συμβάλλει κατά μεγάλο μέρος στην κά­θαρση του ανθρώπου και στην εν συνεχεία απόκτηση της απάθειας, η οποία προϋποθέτει την τελείωση τούτη. Τούτο συμβαίνει σε τέτοιο σημείο, ώστε να μπορούμε να πούμε ότι χωρίς προηγουμένως να έχει αποκτήσει το συγκεκριμένο φόβο (η απόκτησή του εξάλλου αφεαυτής συνεπάγεται την κά­θαρση σε κάποιο βαθμό), ο άνθρωπος δεν είναι σε θέση να φτάσει στην τέλεια αγάπη. 

Κατηγορηματική είναι η διαβε­βαίωση του Αγίου Ισαάκ, που εντοπίζει ιδιαίτερα στο φόβο το δείκτη και τον οδηγό της μετάνοιας, το κυριότερο όργανο της κάθαρσης της ψυχής: «Ώσπερ ου δυνατόν εστι περάσαι την θάλασσαν την μεγάλην χωρίς πλοίου και καράβου, ούτως ου δύναταί τις περάσαι χωρίς φόβου προς την αγάπην. Την θάλασσαν την οζομένην την τεθείσαν μεταξύ ημών και του νοερού παραδείσου, δια καράβου της μετανοίας παρελθείν δυνάμεθα της εχούσης τους κωπηλάτας του φόβου. Εάν δε οι κωπηλάται ούτοι του φόβου ου κυβερνώσι το πλοίον τούτο της μετανοίας, δι' ης διερχόμεθα την θάλασσαν του κόσμου τούτου προς τον Θεόν, καταποντιζόμεθα εν τη οζομένη θαλάσση· η μετάνοια εστί το πλοίον· ο φόβος δε, ο κυβερνήτης αυτού, η αγάπη, ο λιμήν ο θεϊκός». 

Από την πλευρά του ο Άγιος Μάξιμος σημειώνει ότι «δια [τον φόβον] [...] η απά­θεια, εξ ής η αγάπη, κατά τάξιν ημίν εγγίνεται» (Αγάπης εκατοντάς). 

Και ο Άγιος Διάδοχος Φωτικής γράφει σχετικά, ακόμη σαφέστε­ρα: «Ουδείς δύναται μη πρότερον φοβηθείς τον Θεόν εν αισθήσει καρδίας, αγαπήσαι αυτόν εν όλη καρδία· δια γαρ της ενεργείας του φόβου αγνιζομένη και απαλυνομένη ώσπερ η ψυχή, εις αγάπην ενεργουμένην έρχεται· ουκ αν δε τις εις φόβον έλθη Θεού τω ειρημένω τρόπω, ει μη πασών των βιοτικών έξω γένηται φροντίδων. Ότε γαρ εν ησυχία πολλή και αμεριμνία γένηται ο νους, τότε αυτώ οχλεί ο φόβος του Θεού, καθαρίζων αυτόν εν αισθήσει πολλή από πάσης της γεώδους παχύτητος· ιν' ούτως αυτόν εις πολλήν αγάπην αγάγη της αγαθότητος του Θεού» (Λόγος ασκητικός). Και καταλήγει στο συμπέρασμα  «Έστω ουν ημίν εις καύχημα καυχημάτων άπαυστον, πρώτον μεν ο φόβος του Θεού· λοιπόν δε η αγάπη το πλήρωμα του νόμου της εν Χριστώ τελειότητος» (Λόγος ασκητικός).

Ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς υπογραμμίζει πάλι τον κα­θοριστικής σημασίας παιδευτικό και καθαρτικό ρόλο του φόβου και εντοπίζει σ' αυτόν την αρχή και την προϋπόθεση της προσέγγισης στην αγάπη και επομένως στην ίδια τη θεω­ρία του Θεού: «Της καθαιρούσης την ψυχήν παιδείας [...], αρχή μεν [εστιν] ο φόβος του Θεού (πρβλ. Παροιμ. 1, 7), παρ' ού δέησις [...] συνεχής προς τον Θεόν γεννάται εν τη κατανύξει και η των ευαγγελικών θεσπισμάτων φυλακή. Δια τούτων δε καταλλαγής γεγονυίας προς Θεόν, ο φόβος εις αγάπην με­ταβάλλει και το της ευχής οδυνηρόν εις τερπνόν μετενεχθέν του φωτισμού το άνθος ανατέλλει» (Τριάδες). 

Ο Άγιος Ισαάκ ο Σύ­ρος διδάσκει ότι ο φόβος είναι η αναγκαία και ικανή προϋ­πόθεση της τελειότητας του ενάρετου βίου, της αγάπης και της γνώσης του Θεού και συνεπώς η πνευματική οδός που «υποχρεώνονται» ν' ακολουθήσουν όσοι θέλουν να καταφέρουν το στόχο: «Η πνευματική γνώσις δευτέρα εστί τη φύσει της εργασίας των αρετών. Προηγείται δε αμφοτέρων ο φό­βος και η αγάπη, και πάλιν προηγείται της αγάπης ο φόβος. Πας τις αναιδώς λέγων, ότι δυνατόν κτήσασθαι τας τελευταί­ας προ της των πρώτων εργασίας, πρώτον ανενδοιάστως θεμέλιον απωλείας τη εαυτού ψυχή τέθεικεν. Αυτή γαρ εστίν η οδός του Κυρίου. Ότι αύται [Σ.τ.μ.: Η εργασία των αρετών και η πνευματική γνώση] υπ' εκείνων [Σ.τ.μ.: Το φόβο και την αγάπη] γεννώνται».

β) Η δεύτερη μορφή του φόβου είναι σύμφυτη με την τέ­λεια αγάπη (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ, ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Αγάπης εκατοντάς). Απορρέει από την αγάπη του Θεού, ενώ το πρώτο είδος του φόβου εκτοπίζεται από αυτή. Είναι ο φόβος της αποκοπής ή της απομάκρυνσης από το Θεό, ο φόβος της στέρησης της «δια την αγάπην παρρησίας». 

Όπως προσ­διορίζει ακριβέστατα ο Κλήμης Αλεξανδρέας «φοβείται τις ου τον Θεόν, αλλά το αποπεσείν του Θεού» (Στρωματείς). «Ούτός εστιν», εξηγεί ο Άγιος Δωρόθεος Γάζης, «ο έχων την αληθινήν αγά­πην, ην λέγει ο Άγιος [Σ.τ.μ.: Ο Απόστολος και Ευαγγελι­στής Ιωάννης (Α' Ιωάν. 4, 18)] «τελείαν», και αύτη η αγάπη φέρει αυτόν εις τον τέλειον φόβον. Φοβείται γαρ ο τοιούτος και φυλάττει το θέλημα του Θεού, [...] αλλ' ώσπερ είπομεν γευσάμενος αυτής της γλυκύτητος του είναι μετά του Θεού, φοβείται μη εκπέση αυτής, φοβείται μη στερηθή αυτής» (Διδασκαλία). 

Ο Άγιος Ιωάννης Κασσιανός περιγράφει διεξοδικότατα το φόβο, αναφέροντας τα χωρία της Αγίας Γραφής που κάνουν σχετική μνεία αυτού: Θεμελιωμένος στην τελειότητα της αγά­πης, θ' ανέλθει στην αμέσως υψηλότερη και ανώτερη βαθμίδα, το φόβο της αγάπης. Αυτός δεν γεννάται από τη φρίκη ή τον τρόμο της κόλασης ούτε από την επιθυμία της ανταμοι­βής, αλλά από το ίδιο το μεγαλείο της αγάπης. Πρόκειται για το φόβο που προκύπτει ως κράμα του σεβασμού και της τρυ­φερής αγάπης που εκδηλώνει ο γιος για τον πατέρα τον γεμάτο επιείκεια, ο αδελφός για τον αδελφό του, ο φίλος για το φίλο του, η σύζυγος για το σύζυγό της. Δεν υποχωρεί ούτε στα κτυπήματα ούτε στις κατηγορίες· φοβάται μόνο να μη πληγώσει την αγάπη, μη προκαλέσει ακόμη και το μικρότερο και πιο επιπόλαιο τραύμα. Σε κάθε πράξη, ακόμη και σε κά­θε λόγο, τον βλέπουμε σταθερά έκπληκτο από στοργή και ευαισθησία, με τρόμο μήπως η θέρμη και ο ζήλος της αγάπης χλιαρύνουν, έστω και ελάχιστα.

Η δεύτερη αυτή μορφή του φόβου εμφανίζεται έτσι ως ο «τέλειος φόβος» [Βλ. ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ (Διδασκαλία) του οποίου η σχετι­κή διδασκαλία αντιστοιχεί σε κάποιο βαθμό με την αντίστοιχη του Αγίου Ιω­άννου Κασσιανού], «των αγίων [...] των τελειωθέντων, των φθασάντων, εις το μέτρον της αγίας αγάπης». Οι άγιοι, πα­ρατηρεί
 ο Αγιος Δωρόθεος Γάζης, «ουκ έτι δια φόβον κολάσεως [...] ποιούσι το θέλημα του Θεού, αλλά αγαπώντες, [...] φοβούμενοι ποιήσαι τι παρά το θέλημα του αγαπητού [...]. [Οι άγιοι] ουκ έτι γαρ από φόβου ποιούσιν, αλλ' έκ του αγαπάν φοβούνται». 

Ο Αγιος Ιωάννης Κασσιανός και πά­λι, επισημαίνει ότιτους αγίους, και όχι τους αμαρτωλούς κα­λούν οι προφητικοί λόγοι να φοβούνται: «Φοβήθητε τον Κύριον πάντες οι άγιοι αυτού», λέγει ο Ψαλμωδός, «ότι ουκ έστιν υστέρημα τοις φοβουμένοις α[Α]υτόν» (Ψαλμ. 33, 10). Τόσο βέβαιο είναι ότι δεν χάνει τίποτε από την τελειότητα εκείνος που φοβάται τον Κύριο με τέτοιου είδους φόβο. [...]. Για το φόβο της αγάπης κάνει λόγο και ο προφήτης, όταν περιγράφει το επτάμορφο Πνεύμα που κατέρχεται ανενδοία­στα στο Θεάνθρωπο κατά την οικονομία της Ενανθρωπήσεως: «Και αναπαύσεται», λέγει, «επ’ α[Α]υτόν πνεύμα του Θεού, πνεύμα σοφίας και συνέσεως, πνεύμα βουλής και ισχύος, πνεύμα γνώσεως και ευσεβείας» (Ησ. 11, 2), και κατόπιν στο τέλος, ως επιστέγασμα όλων αυτών των δωρεών: «εμπλήσει α[Α]υτόν πνεύμα φόβου Θεού» (Ησ. 11, 3). Σχετικά με το στίχο αυτό, παρουσιάζει ενδιαφέρον κυρίως να λάβουμε υπόψη ότιο προφήτης δεν λέγει: «Και πνεύμα φόβου Θεού αναπαύσεται επ' α[Α]υτόν», όπως είχε κάνει με τις προηγού­μενες δωρεές, αλλά «εμπλήσει α[Α]υτόν πνεύμα φόβου Θε­ού». Και τούτο το Πνεύμα ξεχειλίζει πραγματικά με τέτοια αφθονία, ώστε να καταλαμβάνει μια ψυχή ολοκληρωτικά και όχι μόνο τμηματικά. Είναι λογικό. Καθώς γίνεται ένα με την αγάπη που ποτέ δεν θα εκλείψει, όχι μόνο πληρώνει [Σ.τ.μ.:Γεμίζει], αλλά κατέχει αχώριστα και για πάντα αυτή [Σ.τ.μ.: Την ψυχή] που έχει κατακτήσει [...]. Τέτοιας φύσης είναι ο φόβος των τελείων, για τον οποίο έχει λεχθεί, ότι εκπλήρωσε το Θεάνθρωπο [Σ.τ.μ.: Αναφορικά με την αγωνία του Θεανθρώπου στη Γεθσημανή πριν τη σύλληψή του]. Αυτόν που δεν ήλθε μόνο για να μας εξαγοράσει, αλλά και γιατί έπρεπε να μας δώσει «εν τω προσώπώ Του» υπογραμμό της τελειότητας και υπόδειγμα των αρετών (ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ).

Μόνο
 ο Άγιος Δωρόθεος Γάζης επιμένει στο σημείο αυτό· κανείς δεν είναι σε θέση να πετύχει τον τέλειο φόβο χω­ρίς να έχει προηγουμένως γνωρίσει την πρώτη μορφή του: «Αδύνατον έστιν ελθείν τον τέλειον φόβον, ει μη δια του εισαγωγικού», «λέγει γαρ: "Αρχή σοφίας φόβος Κυρίου" (Ψαλμ. 110, 10), και πάλιν λέγει: "Αρχή και τέλος εστίν ο φό­βος του Θεού" (πρβλ. Παροιμ. 1, 7· 9, 10· 22, 4)».

Η αναζήτηση της απόκτησης του εισαγωγικού φόβου αρμόζει επίσης και για εκείνον που δεν έχει φτάσει ακόμη στην υγεία μέσα από την απάθεια ούτε στην τελειότητα μέσα από την αγάπη. Γιατί αντίθετα με το φόβο - πάθος, ο φόβος του Θεού δεν έρχεται αυτόματα, δεν είναι αυτοφυής [Σ.τ.μ.: Αυθόρμητος, αυτόματος, εγγενής] στον άνθρωπο, αλλά απο­τελεί μια αρετή για την οποία οφείλει ν' αγωνιστεί σκληρά προκειμένου να την αποκτήσει με τη βοήθεια του Θεού. Γι' αυτό σε άλλο σημείο γίνεται το αντικείμενο εντολής: «Τον Θεόν φοβού [...] ότι τούτο πας ο άνθρωπος» (Εκκλ. 12, 13)· «Μετά φόβου και τρόμου την εαυτών σωτηρίαν κατεργάζεσθε» (Φιλιπ. 2, 12)· «Εν φόβω τον της παροικίας υμών χρόνον αναστράφητε» (Α' Πέτρ. 1, 17). Ο άνθρωπος δεν θα μπορούσε να προχωρήσει στην οδό της «πράξεως», χωρίς να «τροφοδοτείται» μόνιμα από τη συγκεκριμένη εσωτερική διάθεση, όπως παρουσιάζει με εικόνες
 ο Άγιος Βαρσανούφιος: «Όταν θέλη τις αποδημήσαι, φορεί τα υποδήματα. [...] Από της σαρκικής προετοιμασίας οφείλει νοήσαι την πνευματικήν και λαβείν τα πνευματικά υποδήματα, τουτέστι την ετοιμασίαν του φόβου του Θεού, και μνησθήναι ότι πάντα κατά φόβον του Θεού, οφείλει διαπράξασθαι» (Επιστολή).

τοιχογραφία του αγιογράφου Βλάση Τσοτσώνη

Ποιές είναι οι προϋποθέσεις της απόκτησης του φόβου του Θεού;

«Ο φόβος του Θεού [...] λέγεται είναι γέννημα της πίστε­ως»
 (ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος, ΣΥΜΕΩΝ ΝΕΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ, Κε­φάλαια διάφορα). Από την άλλη πλευρά συνδέεται άμεσα με την εφαρμο­γή των εντολών (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Ομιλία-Ψαλμός 111, 1. Ομιλία-Ψαλμός 127, 1), όπως δείχνει ο Ψαλμωδός: «Μακάριος ανήρ ο φοβούμενος τον Κύριον, εν ταις εντολαίς αυτού θελή­σει σφόδρα» (Ψαλμ. 111, 1)· «Μακάριοι πάντες οι φοβούμε­νοι τον Κύριον, οι πορευόμενοι εν ταις οδοίς αυτού» (Ψαλμ. 127, 1), και ο Εκκλησιαστής: «Τον Θεόν φοβού και τας εντολάς αυτού φύλασσε» (Εκκλ. 12, 13). Σε τέτοιο σημείο μάλι­στα ώστε οι Πατέρες συχνά να κατανοούν ως φόβο του Θεού την εφαρμογή των εντολών (Βλ. για παράδειγμα ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Προς Θαλάσσιον). Επειδή ο άνθρωπος εκδηλώνει ότι κατέχει πραγματικά τούτη την αρετή μόνο με την συμμόρ­φωση και την υπακοή του στο θέλημα του Θεού, όπως αυτό εκφράζεται στις εντολές. Οι ίδιοι οι δαίμονες, επίσης, φοβούνται το Θεό, αλλά ο φόβος τους δεν είναι ενάρετος, διότι τούτο θα σήμαινε την αναγνώριση της παντοδυναμίας Του· ο δαιμονικός φόβος δεν συνοδεύεται από την πραγμάτωση του θελήματός Του.

Μία άλλη προϋπόθεση (Πρβλ.
 ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος, ΔΙΑΔΟΧΟΣ ΦΩΤΙΚΗΣ, Λόγος ασκη­τικός) αποτελεί ο αποχωρισμός από τις περισπάσεις του κόσμου τούτου, η πνευματική αμεριμνία έναντι των γήινων πραγμάτων. Επίσης την απόκτηση του κα­τά Θεόν φόβου ευνοούν εξίσου η μνήμη του θανάτου (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ,Κλίμαξ, ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ, Δι­δασκαλία) και του τελικού στόχου (Πρβλ. ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ,Λόγος, ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ, Διδασκαλία) καθώς και η ησυχία (Πρβλ. ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ,Λόγος), που συνδέονται στενά με τις προηγούμενες στάσεις. Παρόμοια λειτουργούν και η τακτική επισκόπηση της συνείδησης (Πρβλ. ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ, Διδασκαλία)75, ηεπίγνωση της αμαρτωλότητάς του (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ), το πένθος(Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΓΑΖΗΣ, Επιστολή) και τα δάκρυα (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ,Κλίμαξ). Σε όσους επιζητούν την απόκτηση της συγκεκριμένης αρετής, οι Πατέ­ρες συνιστούν τη συχνή συναναστροφή με έναν πνευματικό άνθρωπο που ήδη τη διαθέτει (Πρβλ. ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ, Διδασκαλία, ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑ­ΤΕΡΩΝ, Αλφαβητική συλλογή, Ποιμήν).

Δεν πρέπει, ωστόσο, να λησμονούμε ότι
 ο φόβος του Θεού ως αρετή αποτελεί εκδήλωση της χάρης και ότι αν οι προ­σπάθειες του ανθρώπου είναι απαραίτητες για την απόκτησή του, είναι και παραμένει πάντοτε ένα δώρο του Θεού· οφεί­λει λοιπόν να του το ζητήσει με την προσευχή(Πρβλ. ΔΙΑΔΟΧΟΣ ΦΩΤΙΚΗΣ, Λόγος ασκητικός, ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος, ΒΑΡΣΑΝΟΥΦΙΟΣ, Επιστολή). Μέσω αυτής κυρίως, ο άνθρωπος είναι σε θέση να εξαγνιστεί. Το γεγονός αυτό του επιτρέπει να συνέχεται από το φόβο του Θεού· για­τί είναι ανίκανος να τον δοκιμάσει, ακόμη και στις εισαγωγι­κές βαθμίδες του, όσο παραμένει εντελώς υποδουλωμένος στα πάθη. Γι' αυτό ο «εισαγωγικός φόβος» αφεαυτού συνε­πάγεται ήδη κάποια πνευματική ανάπτυξη και παρουσιάζε­ται έτσι ως αρετή που τη διαθέτουν πολύ περισσότερο οι προ­χωρημένοι παρά οι αρχάριοι, για να κυριολεκτούμε. 

Με χρή­ση, -άμεσα-, ιατρικής ορολογίαςο Άγιος Διάδοχος γράφει: «Ώσπερ τα συμβαίνοντα τω σώματι τραύματα, όταν μεν κεχερσωκότα ή και ανεπιμέλητα [Σ.τ.μ.: Εκτεθειμένα σε παθο­γόνους παράγοντες, ανοικτά και χωρίς τη στοιχειώδη ιατρι­κή φροντίδα, καθαρισμό, απολύμανση, ενδεχομένως επίδε­ση κ.λπ.] του προσαγομένου αυτοίς φαρμάκου υπό των ιατρών ουκ αισθάνεται· καθαρισθέντα δε, της ενεργείας αισθάνεται του φαρμάκου, εις ίασιν τελείαν εντεύθεν ερχό­μενα· ούτω και η ψυχή, έως μεν ανεπιμέλητος τυγχάνη και υπό της λέπρας της φιληδονίας [Σ.τ.μ.: Των παθών, στο γαλ­λικό κείμενο] όλη κεκαλυμμένη, αισθάνεσθαι του φόβου ου δύναται του Θεού, καν απαύστως αυτή τις το φοβερόν και δυνατόν κριτήριον καταγγέλλη του Θεού. Επειδάν δε άρξηται δια της πολλής προσοχής καθαίρεσθαι, τότε ως φαρμάκου τι­νός όντος ζωής, του θείου φόβου αισθάνεται· καίοντος αυτήν ώσπερ, τη ενεργεία των ελέγχων, εν πυρί απάθειας» (Λόγος ασκητικός).

Ιδιαίτερα πολλά και σημαντικά είναι τα αποτελέσματα του φόβου του Θεού (Στη συνέχεια, θα συναντήσουμε κυρίως τα αποτελέσματα της πρώτης μορφής φόβου, καθώς η δεύτερη υπερβαίνει το πλαίσιο της πράξεως), στο βαθμό που συνιστά μια από τις βά­σεις και τις προϋποθέσεις της πνευματικής ζωής. Σε τέτοιο σημείο μάλιστα που
 ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος δια­βεβαιώνει: «Έχεις του Θεού τον φόβον, πάντων χρημάτων ευπορώτερον θησαυρόν» (Λόγος-καλένδες).

Πρωτίστως αποστρέφει (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ) τον άνθρωπο από το κακό, όπως διδάσκει και ο Σολομώντας (Παροιμ. 15, 27· πρβλ 8, 13). Τον εξαγνίζει από κάθε αμαρτία και πάθος (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Ομιλία-ανδριάντες, ΙΩΑΝ­ΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ), και δικαιολογημέ­να παρουσιάζεται ως καθολικό«φάρμακον»
 [Η λέξη χρησιμοποιείται από τον Αγιο ΙΩΑΝΝΗ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ, Ομιλία-ανδριάντες. Από την πλευρά του ο Αγιος ΔΙΑΔΟΧΟΣ ΦΩΤΙ­ΚΗΣ χαρακτηρίζει το φόβο του Θεού ως «φάρμακον ζωής» (Λόγος ασκητι­κός)]. [Σ.τ.μ.: Απο­δίδουμε έτσι το remede global, που χρησιμοποιεί ο συγγρα­φέας. Θα μπορούσε επιτυχέστερα ίσως να χρησιμοποιηθεί ο όρος πανάκεια· επειδή όμως ο συγγραφέας παραπέμπει στον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο (Ανδριάντες, 15, 2), που γράφει «λαβών το φάρμακον ούτως επάνεισιν», διατη­ρήσαμε τη λέξη φάρμακο θέτοντας το επίθετο καθολικό. Λι­γότερο ορθό: παμφάρμακο]. 

Ο Άγιος Ιωάννης Κασσιανός τον θεωρεί ως τον σταυρό πάνω στον οποίο ο ασκητής οφείλει να πεθάνει για τον κόσμο. Και ο Άγιος Διάδοχος Φωτικής, υπογραμμίζοντας τη θεραπευτική του αξία, σημειώνει: «[Του φόβου του Θεού] ως φαρμάκου τινος όντος ζωής [...] καίοντος [την ψυχήν] τη ενεργεία των ελέγχων [...]. Όθεν [η ψυχή] κατά μέρος λοιπόν καθοριζομένη εις το τέλειον του καθαρισμού φθάνει» (Λόγος ασκητικός). 

Ο Αγιος Γρηγόριος Παλαμάς
 εντο­πίζει σ' αυτόν «την αρχήν [...] της καθαιρούσης την ψυχήν παιδείας» (Τριάδες), και συμπληρώνει: «πάντων απαλλάξας την ψυ­χήν και [...] καταλεάνας, επιτήδειον οίον πυξίον [Σ.τ.μ.: Ξύλινη πινακίδα στην οποία αρχικά εζωγράφιζαν και κατόπιν έθεταν χωριστά το κάθε χρώμα. Παλέττα] ποιεί [ταύτην] προς καταγραφήν των χαρισμάτων του Πνεύματος» (Τριάδες).

Η θεραπευτική δράση του φόβου του Θεού αποκαλύπτε­ται ιδιαίτερα αποτελεσματικήέναντι των παθών που ναρκώ­νουν την ψυχή και παραλύουν την πνευματική ζωή: της ακηδίας («ουδέν γαρ ούτως ακηδίαν εκδιώκειν δύναται», διδά­σκει ο Αγιος Ιωάννης Σιναΐτης, Κλίμαξ), «της τε λήθης και αμελεί­ας», της ολιγοψυχίας και της χαυνότητας, της σκληροκαρδίας (ΒΑΡΣΑΝΟΥΦΙΟΣ,Επιστολή) με την ασκητική σημασία της πνευματικής αναισθησίας. Εξαγνίζει και καθαίρει επίσης την ψυχή από τις σαρκικές επιθυμίες
 (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Ομιλία-ανδριάντες, ΙΩΑΝ­ΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ) και από όλους τουςπονηρούς λογισμούς (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Ομιλία-ανδριάντες, ΙΩΑΝ­ΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ) και φαντασιώσεις (Πρβλ. ΒΑΡΣΑΝΟΥΦΙΟΣ, Επιστολή). Εξαλείφοντας πάντως όλα αυτά από την ψυχή, προστατεύει τον άνθρωπο από την επάνοδό τους. 

Γρά­φει
 ο Μέγας Βασίλειος: «[Ο] φόβος εξωθεί πάσαν εμπαθή διάνοιαν [...]. Όπου φόβος Θεού, πάντα εξελήλαται τα του πάθους σπιλώματα [Σ.τ.μ.: Κυριολεκτικά η ελιά στο δέρμα. Μεταφορικά τα ηθικά στίγματα που δημιουργούν τα πάθη στη διάνοια και κατ’ επέκταση στον άνθρωπο] εκ της διανοί­ας ημών» (ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ, Ανθρώπου γένεσις, Πρβλ. ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ, Διδασκαλία). 

Την προληπτική/προφυλακτική λειτουργία του φόβου
 υπογραμμίζει με τον ίδιο τρόπο ο Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «Ένθα φόβος εστίν, [...] επιθυμία κατέσταλται πονηρά, άπαν αλόγιστον εξώρισται πάθος· και καθάπερ εν οικία στρατιώτου διηνεκώς ωπλισμένου ου ληστής, ου τοιχωρύχος [Σ.τ.μ.: Ο κλέφτης που εισέρχεται στο σπίτι για να κλέψει, μέσα από άνοιγμα που δημιουργεί σε κάποιο τοίχο], ουκ άλλος τις των τα τοιαύτα κακουργούντων τολμήσει φανήναι πλησίον, ούτω και φόβου τας ημετέρας κατέχοντος ψυχάς, ουδέν των ανελευθέρων παθών επεισέρχεται ραδίως ημίν· αλλά πάντα δραπευτεύει και φυγαδεύεται τη τυραννίδι του φόβου πάντοθεν εξελαυνόμενα» (Ομιλία-ανδριάντες). Ο φόβος απομακρύ­νει από την ψυχή και κάθε άλλη γήινη μέριμνα και ασχολία (ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ).
Ο φόβος [του Θεού] συνεισφέρει λοιπόν στο σημαντικό έργο της φυλακής της καρδίας, που αποτελεί προϋπόθεση της καθαράς προσευχής, της τέλειας αγάπης και της αλη­θινής θεωρίας του Θεού. Ο Ωριγένης φθάνει μέχρι του ση­μείου να γράφει: «Ουδέν ούτω φυλάσσει την καρδίαν ημών ως ο φόβος του Θεού» (Ψαλμοί-εξηγητικά).
 Ο Αγιος Βαρσανούφιος υπενθυμίζει ότι «των τελείων εστί των δυναμένων κυβερνάν τον νουν και εις τον φόβον του Θεού έχειν, του μη πλαγιάσαι και βυθισθήναι εις μετεωρισμόν βαθύτατον ή φαντασίαν» (ΒΑΡΣΑΝΟΥΦΙΟΣ,Επιστολή, Πρβλ. ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος).

Ο φόβος του Θεού «ου γαρ δη τα πονηρά ημών απελαύνει πάθη μόνον, αλλά και πάσαν εισάγει μετά πολλής ευκολίας την αρετήν» (ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Ομιλία-ανδριάντες).
 Ο Αββάς Ιάκωβος διδάσκει: «Ώσπερ λύ­χνος εν φωτεινώ κοιτώνι φωτίζει, ούτως και ο φόβος του Θε­ού, όταν έλθη εις καρδίαν ανθρώπου, φωτίζει αυτόν, και δι­δάσκει πάσας τας αρετάς» (ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Αλφαβητική συλλογή, Ιάκωβος). Και ο Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος διαβεβαιώνει: «Ουδέν γαρ ούτω [...], αρετήν αύξεσθαι ποιεί και θάλλει, ως διηνεκής φόβου φύσις» (Ομιλία-ανδριάντες).

Ο φόβος του Θεού
 εμφανίζεται ως η προϋπόθεση και η αρχή της ενάρετης ζωής στο σύνολό της (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Ομιλία-ανδριάντες, ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος). Προηγείται του έργου των αρετών και οι αρετές γεννώνται από αυτόν επο­μένως η απόκτηση των αρετών δεν είναι δυνατή χωρίς το φό­βο, επιβεβαιώνει με σαφήνεια ο Αγιος Ισαάκ ο Σύρος

Ο ΄Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος διδάσκει και πάλι: «Τον μη συζώντα φόβω αδύνατον κατορθούσθαι [αρετήν], ώσπερ ουν τον εν φόβω, ζώντα αδύνατον διαμαρτείν» (Ομιλία-Ανδριάντες).


Στο μέτρο που αποστρέφει τον άνθρωπο από το κακό και τον εξαγνίζει, αντίστοιχατου επιτρέπει να προοδεύει στο αγαθό, όπως δείχνει ρητά
 ο Απόστολος Παύλος που συμβου­λεύει: «Καθαρίσωμεν εαυτούς από παντός μολυσμού σαρκός και πνεύματος, επιτελούντος αγιωσύνην εν φόβω Θεού» (Β' Κορ. 7,1). Ακόμη θετικότερο είναι το γεγονός, ότι ο φόβος ευνοεί την εφαρμογή των εντολών (Πρβλ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ,Όροι κατά πλάτος, Προοίμιον. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ, Τριάδες, ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Αλ­φαβητική συλλογή, Ιάκωβος). «Μακάριος ανήρ ο φο­βούμενος τον Κύριον», λέγει ο Ψαλμωδός (Ψαλμ. 111, 1). «Δια τί; Ότι εν ταις εντολαίς αυτού θελήσει σφόδρα» απα­ντά ο Μέγας Βασίλειος επαναλαμβάνοντας τη συνέχεια του Ψαλμού. Διότι «ου τοίνυν εστί των φοβουμένων το παριέναι [Σ.τ.μ.: να παραβεί] τι των εντεταλμένων, ή αμελώς ποιείν» (Όροι κατά πλάτος, Προοίμιον).

Ο φόβος του Θεού
 «την πίστιν βεβαιοί»(ΕΥΑΓΡΙΟΣ, Λόγος πρακτικός, Πρόλογος)· [Σ.τ.μ.: Ενι­σχύει, ενδυναμώνει, στερεώνει γερά] απορρέει από αυτή την πίστη, η οποία αποτελεί το καθεαυτό θεμέλιο της πνευμα­τικής ζωής. Συνάπτεται μάλιστα μ' αυτή και δίνει στον άνθρωπο ισχύ ώστε «πάντα δραν και αυτά τα δοκούντα τοις πολλοίς δυσχερή και αδύνατα», τον κάνει σταθερό και αποφασιστικό στην πορεία του (ΣΥΜΕΩΝ ΝΕΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ, Κεφάλαια διάφορα),ενισχύει την καρδιά του (ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ)· και όλα αυτά ισχύουν σε μεγαλύτερο βαθμό, όσο ο φόβος του παρέχει αταλάντευτη εμπιστοσύνη στο Θεό (Πρβλ. ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Αγάπης εκατοντάς). 

Συμπερασμα­τικά, ο άνθρωπος αποκομίζει μεγάλη εσωτερική σταθερότη­τα χάρη σ' αυτόν, τόσο απέναντι στους πόνους και τα βάσανα του βίου τούτου όσο και απέναντι στους εχθρούς που κα­λείται ν' αντιμετωπίσει κατά τη διάρκεια της πνευματικής του πορείας. Στην αντίθετη περίπτωση κυριαρχείται όλο και πε­ρισσότερο από την αλλοίωση και την αποξένωση που του αφήνει ο φόβος(Πρβλ. ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος).

Η μετάνοια, η κατάνυξη και τα δάκρυα ευνοούν το φόβο, ο οποίος ανατροφοδοτεί τις συγκεκριμένες στάσεις μετανοί­ας. Λειτουργεί ως ένας παράγοντας που τις αναπτύσσει και τις ενισχύει (Πρβλ. ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος, ΒΑΡΣΑΝΟΥΦΙΟΣ, Επιστολή, ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Ομιλία-ανδριάντες,Φιλιππήσιοι-ομιλία).

Ο φόβος ενθαρρύνει και βοήθα την προσευχή· την κάνει ένθερμη (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Ομιλία-ανδριάντες). Αυξάνει την καρποφορία της προσευχής-αίτησης: «Χαρά εστί μεγάλη το αιτείν τινα πράγμα κοντά φόβον Θεού, ο τοιούτος θαρρήσει, ότι γενήσεται αυτού η αίτησις», γράφει ο Αγιος Βαρσανούφιος (Επιστολή). Και η προσευχή - δοξολο­γία πηγάζει από το φόβο· αναφέρεται στην Αγία Γραφή: «Αινείτε τον Θεόν ημών πάντες [...] οι φοβούμενοι αυτόν» (Αποκ. 19, 5)· «φοβήθητε τον Κύριον και δότε αυτώ δόξαν» (Αποκ. 14, 7). Παρατηρεί ο Αγιος Γρηγόριος Παλαμάς: «Παρά [του φόβου του Θεού] δέησις εν κατανύξει συνεχής προς τον Θεόν γεννάται και η των ευαγγελικών θεσπισμάτων φυλακή» (Τριάδες). Γεννώντας στην ψυχή τη νήψη, ο φόβος συντελεί στο να καταστήσει καθαρή κάθε μορφή προσευχής (ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Λόγος ασκητικός).

Ο φόβος του Θεού εμφανίζεται ειδικά ως μια θεμελιώδης πηγή της ταπεινοφροσύνης (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ). Είναι χαρακτηριστικό ότι σ' ένα αδελφό που τον ερωτά: «Ποίω τρόπω έρχεται άνθρωπος εις ταπεινοφροσύνην»; ο Αββάς Κρόνιος απαντά: «Διά του φόβου του Θεού» (ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Αλφαβητική συλλογή). Όπως όμως εξηγήσαμε προηγουμένως, ο φόβος οδηγεί ιδιαίτερα τον άνθρωπο στην αγάπη, την κο­ρωνίδα όλων των αρετών (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ, ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ,Λόγος).

Από τον εξαγνισμό από τα πάθη, από την απάθεια, και σε συνάρτηση με την εφαρμογή των εντολών και τον «κατ' αρετήν» βίο, -με κορυφαία την αρετή της αγάπης-, απορρέει η πνευματική γνώση. Επιπρόσθετα, ο φόβος του Θεού εμφα­νίζεται έμμεσα ως καθοριστικής σημασίας προϋπόθεση και αρχή της τελευταίας, και ειδικότερα του πρώτου σταδίου της, της σοφίας. Να για ποιο λόγο επαναλαμβάνεται συχνά στην Αγία Γραφή ότι «αρχή σοφίας φόβος Κυρίου» (Ψαλμ. 110, 10. Παροιμ. 1, 7· 9, 10) και γιατί ο Ψαλμωδός συμπληρώ­νει: «Σύνεσις δε αγαθή πάσι τοις ποιούσιν αυτήν» (Ψαλμ. 110, 10). Στη συγκεκριμένη προοπτική κινείται ο ΄Αγιος Ιω­άννης ο Χρυσόστομος που διαβεβαιώνει κατηγορηματικά: «Ο ενάρετος και φόβον έχων Θεού, πάντων εστί συνετώτερος» και ακόμη: «Το φοβείσθαι τον Θεόν, σοφία εστίν» (Ιωάννης-ομιλία). Ο ΄Αγιος Γρηγόριος Παλαμάς εντοπίζει στο φόβο του Θεού την αρχή όχι μόνο της θείας σοφίας αλλά και της πνευματικής θε­ωρίας επιπλέον (Τριάδες). 

Ο ΄Αγιος Ισαάκ ο Σύρος μάλιστα δείχνει καθαρά τη διαδικασία με την οποία ο φόβος οδηγεί στη γνώ­ση: «Εκ του πιστεύσαι τίκτεται ο φόβος του Θεού. Και ότε ακολουθήσει (sic) τοις έργοις, και προς μικρόν ανέλθη προς εργασίαν, τίκτει την γνώσιν την πνευματικήν [...]. Και η πίστις ποιεί εν ημίν τον φόβον, και αναγκάζει ημάς ο φόβος μετανοήσαι, και εργάσασθαι.. Και ούτω δίδοται η πνευματική γνώσις τω ανθρώπω, ήτις εστίν αίσθησις των μυστηρίων, ήτις γεννά την πίστιν της αληθούς θεωρίας. Ουχ απλώς δε ούτως εκ πίστεως μόνης ψιλής γεννάται η γνώσις η πνευματική, αλλ' η πίστις φόβον Θεού γεννά, και εν τω φόβω του Θεού, όταν αρξώμεθα ενεργείν εν αύτω, εκ της ενεργείας του φόβου του Θεού τίκτεται η γνώσις η πνευματική, καθάπερ είπεν ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος· ότι «ότε τις κτήσεται θέλημα ακόλουθον τω φόβω του Θεού, και τη ορθή φρονήσει, ταχέως λαμβάνει την αποκάλυψιν των κρυπτών» [Σ.τ.μ.: Των μυ­στηρίων]. 

Και ο Άγιος Ιωάννης Κασσιανός υπογραμμίζει ότι ο φόβος του Θεού είναι απαραίτητος τόσο για την από­κτηση της γνώσης όσο και για τη διαφύλαξή της: Ένας από τους προφήτες έχει διατυπώσει πολύ καλά το μέγεθος· «εν θησαυροίς η σωτηρία ημών, εκεί σοφία και επιστήμη και ευσέβεια» [Σ.τ.μ.: Με την έννοια του φόβου. Στο γαλλικό κεί­μενο: «la crainte»] προς τον Κύριον «ούτοί εισιν θησαυροί δικαιοσύνης». (Ησ. 33, 6). Δεν θα μπορούσε να καθορίσει με πιο εμφανή τρόπο την αξία και την τιμή της· λέγει μόνο ότι οι θησαυροί της σωτηρίας μας, δηλαδή η αληθινή σοφία και γνώση του Θεού, προφυλάσσονται μόνο από το φόβο[Σ.τ.μ.: Από το αντίστοιχο ελληνικό κείμενο των Ο', όπως παρατίθεται κάτι τέτοιο δεν είναι άμεσα κατανοητό. Εύκολα όμως γίνεται κατανοητό από το γαλλικό κείμενο που έχει ως εξής: «Les richesses du salut, sont la sagesse et la science; mais la crainte du Seigneur en est le tresor»].

Είναι σαφές ότι η πνευματική γνώση δεν αποτελεί τον καρπό αυτού του ίδιου του φόβου του Θεού· εμφανίζεται όμως ως μία δωρεάν προσφορά του Θεού που έρχεται ως απάντηση στην προσευχή και σ' όλες τις ασκητικές προσπάθειες του ανθρώπου. Και στο έργο τούτο, όπως είδαμε, ο φό­βος διαδραματίζει πρωταρχικό ρόλο. Γι' αυτό και ο Άγιος
 Ισαάκ ο Σύρος φροντίζει επιμελώς να προσδιορίσει: «Ουχ ο φόβος του Θεού τίκτει ταύτην την γνώσιν την πνευματικήν, [...] αλλά δόσις δίδοται αύτη η γνώσις τη εργασία του φόβου του Θεού».

(Απόσπασμα από το βιβλίο «Η ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΤΩΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΩΝ ΝΟΣΗΜΑΤΩΝ: Εισαγωγή στην ασκητική παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας», JEAN CLAUDE LARCHET (*), ΤΟΜΟΣ Β’, Εκδόσεις «Αποστολική Διακονία», Μετάφραση: ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΟΥΛΑΣ)


(*) Ο Jean Claude Larchet (Ζαν Κλοντ Λαρσέ) γεννήθηκε το 1949 στη βορειοανατολική Γαλλία. Διδάκτωρ Φιλοσοφίας και διδάκτωρ Θεολογίας του Πανεπιστημίου του Στρασβούργου, είναι συγγραφέας δεκαπέντε βιβλίων και πολυάριθμων άρθρων που αφορούν τη θεολογία και την πνευματικότητα των Πατέρων της Εκκλησίας, τα οποία μεταφράστηκαν σε δώδεκα γλώσσες. 

Θεωρείται ως ένας από τους κορυφαίους Ορθόδοξους πατρολόγους
 και έναςσημαντικός εκφραστής της Ορθοδοξίας στην Ευρώπη. Ζει και εργάζεται ως καθηγητής στη Γαλλία. Διευθύνει, σε δύο γαλλικούς εκδοτικούς οίκους, μία συλλογή βιβλίων αφιερωμένων σε σύγχρονους πνευματικούς της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ανάμεσα στους οποίους συγκαταλέγονται ο γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής, ο γέροντας Παΐσιος  ο γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης, ο γέροντας Χαράλαμπος, ο γέροντας Πορφύριος.

Δείτε αν επιθυμείτε...
·                     Η κοσμική «ψυχοθεραπεία» είναι συμβατή με τις αρχές και την ανθρωπολογία της Ορθοδοξίας; (Συνέντευξη με τον καθηγητή Πανεπιστημίου κ. Jean Claude Larchet (Ζαν Κλοντ Λαρσέ)



Γ΄Λυκείου Α΄Διαγώνισμα


Εδώ είναι οι δύο  παρουσιάσεις για το 4ο μάθημα




και
κάποιες επιπρόσθετες ερωτήσεις...

1.Τι είναι τα  κίνητρα στην ηθική ζωή;
2.Ποια η σημασία των κινήτρων στη ζωή του ανθρώπου; Ποια είναι η πηγή τους;
3. Η σημασία των κινήτρων σε μια πράξη είναι θεμελιώδης. Στη χριστιανική ζωή είναι αυτονόητο ότι τα κίνητρα είναι θετικά και γιατί;
4. Ο Χριστός αναγνωρίζει βαθμούς ηθικής ωριμότητας. Ποιοι είναι αυτοί;

5.Τι απαιτεί ο ύψιστος βαθμός ηθικής ωριμότητας και που οδηγείται μ’ αυτόν ο άνθρωπος;
6•Ο συνειδητά ελεύθερος άνθρωπος διατηρεί μέσα του το φόβο της τιμωρίας. Εξηγείστε.
7•Τα κίνητρα από τη στιγμή που εκδηλώνονται, γίνονται συνειδητές δυνάμεις, που μπορούν να λάβουν συγκεκριμένο προσανατολισμό. Εξηγείστε.
8•Απέναντι σε κάθε επίδοξο αφέντη ή τύραννο, ο χριστιανός δηλώνει ότι: α, β, γ, δούλος- δούλος Θεού- ταπείνωση.γιατί;
9•Η έννοια του δούλου του Θεού σελ. 38-39.
10•Το ποσοστό ωριμότητας σε κάθε βαθμίδα ηθικής ωριμότητας…

Το καλό αν δεν γίνεται με καλό τρόπο, δεν είναι καλό.
                                             Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

ακόμη για προβληματισμό και μόνο ....
Γιατί ο σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα?
Τι είναι ο Ιησουϊτισμός?..


και κάποια χρήσιμα κείμενα για όσους θέλουν να εμβαθύνουν στο θέμα της προαίρεσης...

ΠΡΟΑΙΡΕΣΗ: Η ΠΡΩΤΗ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ

Τά τελευταῖα χρόνια ὅλο καί περισσότερο πληθαίνουν οἱ ἐνδείξεις ὅτι ἀπό τήν ἀρχή τῆς ζωῆς τους οἱ ἄνθρωποι διαθέτουν τή βασική ἠθική αἴσθηση. Μέ τή βοήθεια καλά σχεδιασμένων πειραμάτων διαπιστώθηκε ὅτι ἀκόμα καί στά μωρά ὑπάρχει ἠθική κρίση καί αἰσθήματα πού ἀπορρέουν ἀπό αὐτήν.
Ὁμάδα ἐρευνητῶν τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Γέιλ παρατηροῦσε ἀγόρι ἡλικίας ἑνός ἔτους. Τό παιδί παρακολούθησε παράσταση μέ μαριονέτες, κατά τήν ὁποία ἡ μία συνήθιζε νά μήν ἐπιστρέφει τήν μπάλα στίς ἄλλες. Τήν ἔπαιρνε καί ἔφευγε. Ὅταν οἱ τρεῖς μαριονέτες κατέβηκαν ἀπό τή σκηνή καί κάθησαν μπροστά σέ λιχουδιές, οἱ ἐρευνητές ζήτησαν ἀπό τό παιδί νά πάρει τίς λιχουδιές ἀπό κάποια. Κι ἐκεῖνο ἀφαίρεσε τή μερίδα ἀπό τήν «ἄτακτη» καί μάλιστα τη χτύπησε στό κεφάλι, ἴσως γιά νά τήν τιμωρήσει περισσότερο.
Σέ ἕνα ἀπό τά πειράματα, νήπια ἕξι μηνῶν ἕως ἑνός ἔτους παρακολούθησαν μία ταινία, στήν ὁποία «πρωταγωνιστοῦσαν» ἁπλά γεωμετρικά σχήματα κινούμενα σχέδια. Μία κόκκινη μπάλα μέ μάτια προσπαθοῦσε νά ἀνεβεῖ ἕνα λόφο. Τήν ἴδια στιγμή ἕνα κίτρινο τετράγωνο τή βοηθοῦσε σπρώχνοντάς την ἀπό πίσω καί ἕνα πράσινο τρίγωνο τήν ἐμπόδιζε καί τήν ὑποχρέωνε νά ἐπιστρέψει πίσω. Ἀφοῦ τά παιδιά παρακολούθησαν ἀρκετές φορές τήν ταινία, κλήθηκαν νά ἐπιλέξουν. Τό 80% ἔδειξε τήν προτίμησή του στό «καλό» κίτρινο τετράγωνο πού βοηθοῦσε τήν μπάλα καί ὄχι στό «κακό» πράσινο τρίγωνο, πού τήν ἐμπόδιζε.
Σέ ἄλλο πείραμα, σκύλος παιχνίδι προσπαθοῦσε νά ἀνοίξει κάποιο κουτί. Ἕνα ἀρκουδάκι τόν βοηθοῦσε καί ἄλλο τόν ἐμπόδιζε. Μετά ἀπό την παρακολούθηση τῆς ταινίας τά νήπια στή συντριπτική πλειονότητά τους ἔδειξαν ὅτι προτιμοῦν τό φιλικό ἀρκουδάκι πού πρόσφερε βοήθεια στό σκύλο.
Τά πειράματα αὐτά καταδεικνύουν, ὅτι ἡ ἱκανότητα τοῦ ἀνθρώπου να κάνει ἠθικές ἐπιλογές δεν ἐξαρτᾶται ἀπό τή διανοητική του ἀνάπτυξη, οὔτε ἀπό τό γνωσιολογικό του ὑπόβαθρο, οὔτε ἀπό τίς ἐπιδράσεις τοῦ περιβάλλοντος. Αὐτή την ἱκανότητα ἡ ἐκκλησία την ὀνομάζει προαίρεση (προ–αἵρεση, δηλαδή ἀρχική ἐκλογή). Ἡ προαίρεση λειτουργεῖ ἐξ ἄκρας συλλήψεως τοῦ ἀνθρώπου, διότι ἀπό τήν πρώτη στιγμή ἡ ψυχή πού δίδεται καθαρή ἀπό τόν Θεό, τοποθετεῖται ἔναντι Αὐτοῦ καί ἔναντι τοῦ ὑλικοῦ πού παραλαμβάνει μέτά δύο πρωτοκύτταρα, μέσῳ τῶν ὁποίων κληρονομοῦνται ὅλες οἱ καταβολές –θετικές καί ἀρνητικές– τῶν προγόνων της. Γιά τήν ἐκδήλωση τῆς κακῆς προαιρέσεως ἐκ κοιλίας μητρός μᾶς ὁμιλεῖ ὁ προφήτης Δαυΐδ: «Ἀπηλλοτριώθησαν οἱ ἁμαρτωλοί ἀπό μήτρας, ἐπλανήθησαν ἀπό γαστρός, ἐλάλησαν ψευδῆ», (Ψαλ.ΝΖ, 4), ἐνῶ γιά τήν ἐκδήλωση τῆς καλῆς προαιρέσεως μᾶς λέγει ἀλλοῦ: «ἐπί σέ ἐπεστηρίχθην ἀπό γαστρός, ἐκ κοιλίας μητρός μου σύ εἶ μου σκεπαστής», (Ψαλ. Ο, 6). Θά μποροῦσε κανείς νά ἀναλογιστεῖ τό μέγεθος τῆς εὐεργεσίας τοῦ Θεοῦ, πού ἀφήνει τήν ψυχή νά ἐκδηλωθεῖ πρίν ἀναμιχθεῖ καί ἐπιβαρυνθεῖ με ὅλο τό μεταπτωτικό ὑλικό καί ἔτσι ἡ ἐπιλογή της εἶναι καθαρή καί ἀπηλλαγμένη ξένων προσμίξεων. Ἄς σκεφτοῦμε τί θά γινόταν, ἄν ἡ προαίρεση λειτουργοῦσε μετά ἀπό ὥριμες σκέψεις σέ μία μεταγενέστερη ἡλικία, ὅπως θά ἤθελαν οἱ περισσότεροι. Οἱ σκέψεις μας, ὡς ἐπί τό πλεῖστον, εἶναι γήινες καί μολυσμένες, ὁπότε καί ἡ ἐπιλογή μας θά ἦταν ἀνάλογης ποιότητας. Πῶς θά σωζόταν τότε ὁ ἄνθρωπος;
Ἡ ἀλήθεια αὐτή εἶναι δυσπαράδεκτη, ἀκόμα καί γιά τούς πιστούς στην ἐποχή μας. Ἡ πεποίθηση ὅτι τό κέντρο τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ ἐγκέφαλος καί ὅτι ἀπό ἐκεῖ ἀρχίζουν καί τελειώνουν ὅλες οἱ σπουδαῖες καί ὑψηλές του λειτουργίες ἔχει μιά σχεδόν καθολική ἀποδοχή στίς μέρες μας. Πῶς εἶναι δυνατόν χωρίς γνώση περί τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ, χωρίς σύγκριση καί ἀξιολόγηση τῶν δεδομένων νά προβεῖ κάποιος σέ ἠθικές κρίσεις καί τοποθετήσεις; Τά πειράματα αὐτά ἔρχονται ἀκριβῶς νά δείξουν, ὅτι ὁ ἐγκέφαλος εἶναι ἕνας ἐπεξεργαστής καί ἕνα ὄργανο ἐπικοινωνίας τοῦ ἔσω ἀνθρώπου μέ τόν ἐξωτερικό κόσμο. Ὁ ἔσω αὐτός ἄνθρωπος, «ὁ κρυπτός τῆς καρδίας ἄνθρωπος», ὅπως τόν ὀνομάζει καί ἡ Ἁγία Γραφή, ζεῖ καί ἐνεργεῖ καί χωρίς τήν διανοητική συνδρομή τοῦ ἐγκεφάλου. Αὐτή τήν ζωή καλεῖται νά καλλιεργήσει καί ἀναπτύξει ὁ κάθε ἄνθρωπος μέσα στήν Ἐκκλησία, διότι ἐκεῖ βιώνεται ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ και ἡ ἕνωση μαζί Του.
Ὁ ἐκ γαστρός ἁγιασμός προφητῶν, ἁγίων, ἐξαιρέτως δέ τῆς Θεοτόκου, εἶναι ἡ ἀπάντησις τοῦ Θεοῦ στήν ἐξ ἄκρας συλλήψεως σφοδρᾶς καί ἀταλαντεύτου πρός Αὐτόν ἐκδηλώσεως τῆς προαιρέσεως. Οἱ λοιποί ἔχουμε εἴτε κακή εἴτε ἀσθενική προαίρεση καί γι’ αὐτό μπορεῖ νά ὁδηγηθοῦμε καί σέ πολλές λάθος ἐπιλογές στή ζωή μας. Ἄν ὅμως ὁ πυρήνας τῆς προαιρέσεως εἶναι καλός, μπορεῖ διά τῆς μετανοίας νά ἀνακαλέσει τόν ἄνθρωπο ἀπό τίς λάθος ἐπιλογές του (ἡ προαίρεση ἀλλάζει τό μυαλό κι ὄχι τό μυαλό τήν προαίρεση), ἀκόμα καί ἀπό τόν γεμάτο πάθη χαρακτῆρα του καί νά τόν ὁδηγήσει και στήν ἁγιότητα. Ἐδῶ πρέπει νά τονίσουμε, ὅτι ὁ χαρακτήρας ἑνός ἀνθρώπου πολλές φορές δέν ταυτίζεται μέ τήν προαίρεσή του. Τό πιό χαρακτηριστικό παράδειγμα νομίζουμε ὅτι εἶναι ὁ ἐκ δεξιῶν τοῦ Χριστοῦ ληστής, ὁ ὁποῖος εἶχε καλή προαίρεση, ἀλλά παρασύρθηκε σέ ἕναν λάθος τρόπο ζωῆς. Ἡ καλή του προαίρεση ὅμως φανερώθηκε στήν τελευταία πράξη τῆς ζωῆς του καί αὐτή καθώρισε καί τήν κατάστασή του στήν αἰωνιότητα. Ὁπωσδήποτε ἡ προαίρεσή του αὐτή χρωμάτιζε μέ μιά ἄλλη ποιότητα καί τίς κακές του πράξεις, διότι δεν ταυτιζόταν οὔτε χαιρόταν μέ αὐτές, ὅπως ὁ ἐξ ἀριστερῶν ληστής πού ἀπέδειξε ὅτι εἶχε κακή προαίρεση. Ἀντίθετα, ὁ Φαρισαῖος ἐπεδείκνυε ἕναν καλό καί εὐσεβῆ χαρακτῆρα, ἀλλά ἡ προαίρεσή του ἦταν κακή καί αὐτό τόν κατεδίκασε. Τήν ἴδια ἀντίθεση μεταξύ χαρακτῆρος–τρόπου ζωῆς καί προαιρέσεως βλέπουμε στόν ἄσωτο καί πρεσβύτερο υἱό στήν ἀντίστοιχη παραβολή, καθώς καί σε βίους ἁγίων, ὅπως τῆς ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας, τοῦ ἁγίου Μωϋσέως τοῦ Αἰθίοπος καί ἄλλων πολλῶν. Θά λέγαμε ὅτι ὅταν ὁ Θεός δεῖ μιά καλή προαίρεση, τήν διαφυλάσσει ὡς πολύτιμο θησαυρό μέσα στά πατρικά Του χέρια, ἀκόμα κι ὅταν αὐτή περνάει μέσα ἀπό ἕναν κολασμένο τρόπο ζωῆς και τήν βοηθάει νά ἐκδηλωθεῖ σέ μία κατάλληλη στιγμή, πού μπορεῖ νά εἶναι καί ἡ τελευταία.
Ἡ ἀποδοχή αὐτῆς τῆς θεωρήσεως νομίζουμε ὅτι θά μποροῦσε να ἀπαντήσει καί σέ ἕνα ἐρώτημα πού ἀπασχολεῖ πολλούς χριστιανούς διαχρονικά. Πῶς θά κρίνει ὁ Θεός τούς ἀνθρώπους αὐτούς πού ἡ ζωή τους τερματίζεται σέ ἐμβρυακή ἡλικία,εἴτε λόγω βιαίας ἐπεμβάσεως (ἔκτρωση), εἴτε λόγω ὀργανικῶν ἐπιπλοκῶν ἐντός τῆς μήτρας ἤ καί σέ σύντομο διάστημα μετά τόν τοκετό; Ὑφέρπει δηλαδή στό νοῦ πολλῶν πιστῶν μία ἀνησυχία, μήπως ὁ Θεός στερεῖται ἐπαρκῶν δεδομένων, ὥστε νά προβεῖ σέ μία δικαία κρίση γιά τούς ἀνθρώπους ἐκείνους πού δέν πρόλαβαν νά ἐνεργήσουν δι’ ἔργων στό σύντομο πέρασμά τους ἀπό τόν κόσμο αὐτό. Ἡ ἐξ ἄκρας συλλήψεως ἐκδήλωση τῆς προαιρέσεως ὅμως, παρουσιάζει τόν ὅλον ἄνθρωπο ἐνώπιον τοῦ Παντογνώστου Θεοῦ, ὁ ὁποῖος γνωρίζει μετά πάσης ἀκριβείας ἀπό την πρώτη ἐκείνη στιγμή, πῶς θά ἐνεργήσει ἡ προαίρεση αὐτή στόν κόσμο, εἴτε ζήσει ὁ ἄνθρωπος αὐτός εἴτε δέν ζήσει. Αὐτό τό συμπεραίνουμε ἀπό τά φοβερά λόγια τοῦ Χριστοῦ πρός τούς κατοίκους ἑβραϊκῶν πόλεων πού δέν πίστεψαν στήν διά θαυμάτων παρουσία Του: «Οὐαί σοι, Χοραζίν, οὐαί σοι, Βηθσαϊδά, ὅτι εἰ ἐν Τύρῳ καί Σιδῶνι ἐγένοντο αἱ δυνάμεις αἱ γενόμεναι ἐν ὑμῖν, πάλαι ἄν ἐν σάκκῳ καί σποδῷ καθήμεναι μετενόησαν. Πλήν λέγω ὑμῖν, Τύρῳ καί Σιδῶνι ἀνεκτότερον ἔσται ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως ἤ ὑμῖν. Καί σύ Καπερναούμ, ἡ ἕως τοῦ  οὐρανοῦ ὑψωθεῖσα, ἕως Ἅδου καταβιβασθήσῃ. Ὅτι εἰ ἐν Σοδόμοις ἐγενήθησαν αἱ δυνάμεις αἱ γενόμεναι ἐν σοί, ἔμειναν ἄν μέχρι τῆς σήμερον. Πλήν λέγω ὑμῖν ὅτι γῆ Σοδόμων ἀνεκτότερον ἔσται ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως ἤ σοί» (Ματθ.ΙΑ,2124). Διά τῶν λόγων αὐτῶν ὁ Χριστός μᾶς ἀποκαλύπτει πώς γνώριζε τό πῶς θα ἐνεργοῦσαν (μετανοῶντας) οἱ κάτοικοι Τύρου καί Σιδῶνος, ἀκόμα καί τῶν Σοδόμων, ἄν ἔβλεπαν τήν παρουσία καί τά σημεῖα Του, πρᾶγμα τό ὁποῖο, βέβαια, δέν συνέβη. Ὁ Θεός, δηλαδή, δέν γνωρίζει μόνο αὐτά πού θά συμβοῦν, ἀλλά καί ὅσα θά συνέβαιναν, ἀλλά διά τῆς ἀρρήτου Του σοφίας ἐπεμβαίνει ἤ παραχωρεῖ, ὥστε αὐτά νά μήν λάβουν χώρα. Συνεπῶς ὁ Θεός γνωρίζει ἐξ ἄκρας συλλήψεως, τό πῶς θά ἐνεργοῦσε κάθε ψυχή σέ ὁποιαδήποτε ἐποχή και μέ ὁποιεσδήποτε συνθῆκες κι ἄν ζοῦσε. Δέν περιμένει νά δεῖ τίς δραστηριότητές της για νά καταλάβει ποιά εἶναι. Γι’αὐτό καί ἡ κρίση Του εἶναι δικαία καί τελεία. Ἐπιλέγει δε τίς καταλληλότερες συνθῆκες (φῦλο, ἐποχή, κοινωνική κατάσταση κλπ.) πού θά τήν διευκολύνουν νά συναντηθεῖ μαζί Του.
Πολλά ἐρωτήματα μποροῦν νά προκύψουν κατά τήν μελέτη τοῦ σημαντικοῦ αὐτοῦ θέματος. Μπορεῖ ἡ προαίρεση νά ἀλλοιωθεῖ κατά τή διάρκεια τῆς ζωῆς; Ἡ καλή προαίρεση πού ἐξεδήλωσαν τά παιδιά στά παραπάνω πειράματα σημαίνει ὅτι θά σωθοῦν κιόλας; Οἱ καλές ἠθικές ἐπιλογές κρύβουν πάντα ἀπό πίσω μία καλή προαίρεση; Μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά αὐτοδιαγνώσει τήν προαίρεσή του; Εἶναι τελικά ἡ στιγμή «μηδέν» ἡ πιό σημαντική και καθοριστική στιγμή γιά κάθε ἄνθρωπο; Τό θέμα εἶναι ὄντως μεγάλο, διότι ἅπτεται τῶν ἐσωτάτων καί βαθέων τοῦ μυστηρίου πού λέγεται ἀνθρώπινη ψυχή. Ἡ περαιτέρω ἀνάπτυξη καί ἐμβάθυνσή του ἀπαιτεῖ τή συνδρομή πλέον ἁρμοδίων περί τά θεολογικά.
Νίκος Φλρος      ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ , Τεῦχος  114
ποσημειώσεις:
1. Οἱ πληροφορίες περί τῶν πανεπιστημιακῶν ἐρευνῶν σέ μικρά παιδιά ἐλήφθησαν ἀπό ἄρθρο τῆς φιλολόγου – θεολόγου κ. Εὐδοξίας Αὐγουστίνουτο  τό ὁποῖο κυκλοφόρησε στο internet.
2. Οἱ θεολογικές θέσεις περί προαιρέσεως ἐξ ἄκρας συλλήψεως προέρχονται ἀπό προφορικά θεολογικά μαθήματα τοῦ π. Βασιλείου Βολουδάκη.
Η προαίρεση είναι το κλειδί της Ελευθερίας!
Ήταν δύο άνθρωποι οι οποίοι είχαν παντελή άγνοια Θεού. Κανένας από τους δύο δεν ήξερε τίποτα για τον Θεό, ούτε αν υπάρχει, ούτε πως θα μπορούσε να είναι. Λοιπόν μια μέρα που συζητούσανε λέει ο ένας: εγώ από σήμερα θα αρχίσω να ψάχνω για να αποδείξω ότι υπάρχει Θεός. Ο άλλος τον κοιτάει καλά καλά και σκέφτεται: καλά τώρα πως του ήρθε αυτή η τρελή ιδέα; Και λέει: εγώ θα αποδείξω ότι καλά είμαστε έτσι χωρίς Θεό και ότι δεν υπάρχει σε καμία περίπτωση.
Μετά από χρόνια ξαναβρίσκονται και πιάνουνε κουβέντα. Λέει ο πρώτος: ξέρεις κάτι φίλε; Βρήκα αποδείξεις α,β,γ,δ για τις οποίες Ναι υπάρχει τελικά Θεός… Τον κοιτάει και ο άλλος και του λέει: μα ρε φίλε τι μου λες τώρα, αφού εγώ βρήκα αποδείξεις δ,ε,ζ,η με τις οποίες αποδεικνύεται ότι ο Θεός είναι απλά ένας μύθος των ανθρώπων, επινόηση για να έχουνε κάπου να ακουμπάνε!
Τα βάζουνε κάτω και οι δύο σκεπτικοί, τα κουβεντιάζουνε και τελικά μέχρι να πεθάνουνε μείνανε ο καθένας στην πίστη του χωρίς ποτέ να συμφωνήσουνε.
Περίεργο πράγμα η ελευθερία τελικά! Δίκοπο μαχαίρι… από τη μια όλοι την θέλουμε και την λαχταράμε και από την άλλη, όλοι θα θέλαμε ένα εγχειρίδιο χρήσης της. Το εγχειρίδιο χρήσης λοιπόν λέγεται έμφυτη συνείδηση και επειδή τα γράμματα του είναι πολύ ψιλά, για να διαβαστούνε με γυμνό μάτι, πρέπει να φορέσουμε τα γυαλιά που λέγονται «καλή προαίρεση». «Χοντρός» άνθρωπος που δεν βυθίζεται στον εσωτερικό του κόσμο, να ακούσει την συνείδηση, πως να πάρει είδηση;
Κάπως έτσι είναι και οι άνθρωποι σήμερα. Με τον όρο προαίρεση δεν εννούμε τίποτα άλλο εκτός από την «ροπή της ψυχής» είτε προς το αγαθό και το καλό, είτε προς το κακό και πονηρό. Η προαίρεση του ανθρώπου διαμορφώνει και τις αντιλήψεις του καθένα μας, αλλά το βασικότερο απ” όλα είναι ότι η προαίρεση ΕΠΙΤΡΕΠΕΙ ή όχι στον Θεό να επέμβει και να του δείξει την αλήθεια. Ας μην ψάχνουμε επιχειρηματολογία λοιπόν για να αποδείξουμε πόσο λάθος είναι ο Χριστιανισμός, γιατί στο τέλος θα το αποδείξουμε κατά τον ίδιο τρόπο στον εαυτό μας, όπως το απέδειξαν χιλιάδες άθεοι τόσα χρόνια. Έχουνε γραφτεί εκατοντάδες χιλιάδες βιβλία που «αποδεικνύουνε» πόσο πολύ δεν υπάρχει Θεός και Χριστός και άλλα τόσα βιβλία ότι υπάρχει και ότι έχει συγκεκριμένες αρετές με κυριότερη την αγάπη. Όλες οι αντιμαχόμενες δυνάμεις έχουνε επιχειρήματα. Τι νόημα βγαίνει; Μήπως τίποτα…. Ο καθένας παίρνει τον δρόμο του στο τέλος… το θέμα είναι ότι την αλήθεια κανείς δεν μπορεί να την ανακαλύψει μόνος του, χωρίς την καθοδήγηση από τον Θεό. Μα πως είναι δυνατόν ένα απλό πλάσμα, δημιούργημα να είναι αυτεξούσιο και να κατέχει την αλήθεια; Εκ φύσεως ‚ δεν γίνεται! ο ανώτερος πάντα ξέρει περισσότερα από τον κατώτερο και σ” όποιον θέλει τα δίνει. Σε ποιόν θέλει; Αυτό μπορούμε να το συμπεράνουμε από το γεγονός ότι το σύμπαν έχει γίνει με απόλυτη τάξη, αρμονία και απεριόριστη αγάπη. Άνθρωπος με αγάπη λοιπόν έχει έναν λόγο να πάρει την αλήθεια έτοιμη. Η αγάπη καλλιεργείται σιγά σιγά έχοντας καλή προαίρεση και χρησιμοποιώντας την ελευθερία μας σωστά. Όλοι βρώμικοι είμαστε και όλοι έχουμε κακία. Αυτό είναι αδιαμφισβήτητο. Κανείς δεν έχει τίποτα δικό του, παρά όλα τα παίρνει αυτός που έχει δεκτικότητα προς τον Χριστό. Θα μου πει κανείς ότι τα βλέπω μεροληπτικά και ότι θεωρώ δεδομένα ορισμένα πράγματα. Εντάξει το δέχομαι και το παραδέχομαι. Αλλά δεν μπορεί να αρνηθεί κανείς όμως ότι όντως η προαίρεση διαμορφώνει και χαρακτήρες και ζωές και συνειδήσεις και ανθρώπους. Τα γράφω αυτά γιατί αντιλήφθηκα ότι πρέπει να δουλέψουμε σκληρά στο να κάνουμε τον λογισμό και την προαίρεση μας καλή και αγαθή. Θέλει πολύ αγώνα αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο. Το αποτέλεσμα όμως μας αποζημιώνει. Άλλωστε ποιός στον κόσμο δεν αγαπάει έναν καλοκάγαθο άνθρωπο; Πόσο μάλλον καλούμαστε εμείς να αγαπήσουμε τον Θεό που είναι ο απόλυτα καλοκάγαθος.

Αναστάσης


Το σύνηθες σφάλμα της Εκκλησιαστικής Ποιμαντικής

Άν οι πνευματικοί πατέρες δεν συγκαταβαίνουν 
με αγάπη, ταπείνωση και σεβασμό 
στις ανθρώπινες αδυναμίες, 
δεν μπορούν να κρατήσουν κοντά τους 
τα "δύσκολα" παιδιά του Θεού.

Η παρουσία του Χριστού στη ζωή μας είναι χαρά. Παρόλο που η πνευματική πορεία γίνεται μέσα σε ασκητικά πλαίσια η άσκηση αυτή δεν είναι καταπιεστική αλλά σταυροαναστάσιμη. 
Ο πνευματικός πατέρας επικοινωνεί με τον πιστό και τον νουθετεί στα πλαίσια της ασκητικής θεολογίας. Στόχος του είναι να διευκολύνει την ομαλή ένταξη του πιστού στο ζωντανό Σώμα του Χριστού που είναι η Εκκλησία. Ερμηνεύει και αξιολογεί τη συμπεριφορά του με βάση τα πνευματικά κριτήρια. Θέλει να τον βοηθήσει να προσαρμόσει την καθημερινότητά του στα ασκητικά δεδομένα που βίωσαν και δίδαξαν οι άγιοι πατέρες της εκκλησίας. Τον προτρέπει να υπακούει στο θέλημα του Θεού, να αποφεύγει την αμαρτία, να αντιμετωπίζει τις αντιξοότητες της ζωής με υπομονή και τις προκλητικές συμπεριφορές των άλλων με αγάπη, να συμμετέχει στις ακολουθίες της Εκκλησίας, να νηστεύει, να προσεύχεται κλπ.
Το πρόβλημα αναδύεται όταν ο χριστιανός για να συμμορφωθεί στις προσδοκίες του πνευματικού του πατέρα αναγκάζεται να παραβιάσει τις ψυχολογικές του δυνατότητες.
Σύμφωνα με την επικρατούσα ποιμαντική θεώρηση ο άνθρωπος διαθέτει σε κάθε περίσταση τη δυνατότητα να υπακούει στο θέλημα του Θεού ανεξάρτητα από τις βιωματικές και ψυχοσυναισθηματικές του προϋποθέσεις. Είναι ελεύθερος να επιλέγει αυτό που είναι θεάρεστο χωρίς να περιορίζεται από νευρωσικά συμπλέγματα, ψυχικά τραύματα και άλλους ενδοπροσωπικούς περιορισμούς. Οι υποσυνείδητες ανάγκες, οι εσωτερικές συγκρούσεις, οι καταθλιπτικές τάσεις, οι φοβίες, οι ψυχαναγκασμοί, οι εξαρτήσεις είναι απλά πάθη που ο πιστός μπορεί και πρέπει να ξεριζώσει με τη δύναμη της θέλησής του και τη βοήθεια της Θείας Χάρης. Οι χριστιανοί που δεν διαθέτουν τις ψυχολογικές προϋποθέσεις για να προχωρήσουν πνευματικά χρεώνονται με την ευθύνη της κακής προαίρεσης ή της αδύνατης πίστης.
 
Η αμαρτία δεν χρεώνεται στις αδυναμίες της ανθρώπινης φύσης και των αρνητικών επιδράσεων του περιβάλλοντος αλλά θεωρείται αποτέλεσμα ελεύθερης, συνειδητής επιλογής. Ο Πνευματικός Πατέρας αντί να συμπάσχει με αγάπη και ταπείνωση κατανοώντας τη δύσκολη θέση στην οποία έχει περιέλθει ο ποιμενόμενος αξιολογεί την ποιότητα της συμπεριφοράς του σύμφωνα με τον ηθικό κώδικα της Εκκλησίας. Τον θεωρεί υπεύθυνο για τις αδυναμίες του και ένοχο για τα λάθη του. Και ενώ δεν τον κατακρίνει τον προτρέπει να κάνει αυτό ακριβώς που στη συγκεκριμένη στιγμή ή περίοδο της ζωής του, τού είναι αδύνατο ... "το θέλημα του Θεού".
 
Αυτό που δεν αμφισβητείται είναι η άμεση δυνατότητα του εξομολογούμενου να εφαρμόσει το θέλημα του Θεού έτσι όπως αυτό εκφράζεται σε κάθε περίπτωση από τον πνευματικό του πατέρα. Όποιος θέλει μπορεί να σωθεί με προσωπικό αγώνα, προσευχή και υπακοή. Η δυνατότητα της σωτηρίας ανάγεται στην προαίρεση του πιστού. Ο χριστιανός μπορεί να σωθεί με τη βοήθεια της Χάρης του Θεού εφόσον επιλέγει συνειδητά να σωθεί. Η ευθύνη του ανθρώπου ανάγεται στις συνειδητές προσπάθειες που μπορεί να κάνει για να αλλάξει τον εαυτό του. Σαν να εξαρτάται ολοκληρωτικά από το συνειδητό και ελεγχόμενο κομμάτι του ψυχισμού του η σωτηρία του. Με έμμεσο τρόπο είναι σαν να υιοθετείται η αιρετική άποψη ότι ο άνθρωπος διαθέτει δυνατότητα αυτο-σωτηρίας. Σύμφωνα με μια τέτοια μυωπική θεώρηση αρκεί να έχεις συνειδητά αγαθή προαίρεση για να μπορέσεις να έλξεις εδώ και τώρα τη Θεία Χάρη και να βαδίσεις τον καλό δρόμο της σωτηρίας.
Η διάδοση και η επικράτηση της άποψης ότι ο άνθρωπος επιλέγει ελεύθερα τις συμπεριφορές του υπηρετεί και συντηρεί έμμεσα την ψευδαίσθηση της κοινωνικής και "θείας" δικαιοσύνης. Είναι μια υπεραπλουστευτική ερμηνευτική προσέγγιση του βάθους και του μυστηρίου που διέπει την ανθρώπινη ζωή.
Η Εκκλησία κομίζει το μήνυμα του μυστηριακού βάθος του ανθρωπίνου προσώπου. Με τις ιερές ακολουθίες και την νηπτική της θεολογία αφυπνίζει τις λανθάνουσες πνευματικές δυνατότητες του ανθρώπου με τρόπο υπερ-μετα-γνωστικό (νηστεία, μετάνοιες, πίστη, ιερά μυστήρια, εικόνες, λιβάνι, βυζαντινές ψαλμωδίες). Είναι όμως παράδοξο ότι συχνά επιμένει να εξαντλεί την ποιμαντική της σε γνωστικά μηνύματα και έλλογες προτροπές. Ο πνευματικός από μυσταγωγός της χάριτος εκπίπτει σε σύμβουλο ηθικών συμπεριφορών. Αντί να μεταμορφώνει τον πιστό με την πνευματική του ακτινοβολία επιχειρεί να τον αλλάξει με συμβουλές. Επειδή είναι ο ίδιος μακριά από τον ζωντανό Θεό, δεν ακτινοβολεί τη Χάρη Του και δεν φανερώνει την Αγάπη Του. Αντί να λειτουργεί το μυστήριο της Αγάπης με τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος προτρέπει τον πιστό με ορθολογιστικά επιχειρήματα να υπερβεί τις ψυχολογικές και πνευματικές του δυνατότητες.
Υπάρχει άνθρωπος με κακή προαίρεση; Υπάρχει άνθρωπος που δεν θέλει τη σωτηρία του; Και αν δεν θέλει να σωθεί αυτό δεν οφείλεται σε πνευματική άγνοια;. Και αν δεν θέλει να σωθεί αυτό δεν σημαίνει ότι οι εμπειρίες της αμαρτίας έχουν διαστρέψει τα κίνητρά του; Πώς είναι δυνατόν να έχει κάποιος τη δυνατότητα να γνωρίσει τον αληθινό, ζωντανό, παντοδύναμο Θεό της Αγάπης και να το αποφεύγει; Πώς είναι δυνατόν να αποστρέφεται τη γεύση της χάρης και τη χαρά των ουρανών;

Ο άνθρωπος δεν επιλέγει ελεύθερα τη συμπεριφορά του από ένα απέραντο ρεπερτόριο δυνατοτήτων. Δεν επιλέγει ελεύθερα κάθε στιγμή αυτό που θέλει να κάνει. Τις περισσότερες φορές δεν κάνει αυτό που θέλε,ι αλλά αυτό που μπορεί να θέλει. 
Θα επέλεγε ελεύθερα αν διάλεγε ανάμεσα σε δύο διαφορετικές εξίσου δυνατές συμπεριφορές. Μπορεί να διαλέξει αν προτιμά τον καφέ του γλυκό ή μέτριο, με γάλα ή χωρίς, μπορεί να διαλέξει ποιο από δύο αυτοκίνητα θα αγοράσει όταν έχουν την ίδια τιμή. 
Στις περισσότερες όμως περιπτώσεις και ιδιαίτερα όταν πρόκειται για σημαντικά ζητήματα ή ελευθερία επιλογής είναι περισσότερο μύθος παρά πραγματικότητα.
Η επαγγελματική σταδιοδρομία που θα ακολουθήσει κάποιος για παράδειγμα δεν εξαρτάται από την επιθυμία του, αλλά από τις εσωτερικές του δυνατότητες και τις εξωτερικές συνθήκες.
Πόσες πιθανότητες έχει να κάνει μεταπτυχιακές σπουδές ένα παιδί που γεννιέται με νοητική υστέρηση ή ένα παιδί με ιδιαίτερες ευαισθησίες και χαμηλές αντοχές, που ζει σε μια φτωχή οικογένεια με γονείς που παρουσιάζουν συναισθηματικές διαταραχές; Πόσο δύσκολο είναι ένας φτωχός και εσωστρεφής νέος, που δεν ανταποκρίνεται στα κριτήρια της σύγχρονης αισθητικής, να συνάψει ερωτική σχέση με την όμορφη, άνετη και ευκατάστατη κοπέλα με την οποία είναι ερωτευμένος;
Η Αλήθεια είναι ότι ο άνθρωπος σε κάθε του επιλογή είναι τόσο ελεύθερος, όσο του το επιτρέπουν οι εσωτερικές του δυνατότητες και οι αντικειμενικές, περιβαλλοντικές συνθήκες.
Τίποτε ουσιαστικό και πολύ σημαντικό για τη ζωή μας δεν το έχουμε επιλέξει ελεύθερα. Δεν επιλέξαμε: να γεννηθούμε ως άνθρωποι στον πλανήτη γη, δεν επιλέξαμε τους γονείς μας, τη χώρα μας, την ιστορική περίοδο που θα ζήσουμε, τον πολιτισμό, τα ήθη, το οικονομικό επίπεδο της μικροκοινωνίας και της οικογένειάς μας, τις προσωπικότητες των γονιών, τους δασκάλους, τους συμμαθητές, τους φίλους της παιδικής ηλικίας.
Δεν διαλέξαμε τη μορφή μας, τις βιολογικές μας αντοχές και δυνατότητες, τις πρώτες μας εμπειρίες....
Αυτό που είμαστε δεν είναι δικό μας δημιούργημα. Συναντάμε αδιαλείπτως τον εαυτό μας και είμαστε αναγκασμένοι κάθε στιγμή να διαπραγματευόμαστε μαζί του. Συναισθανόμαστε ανάγκες, θλίψεις, φόβους, ανασφάλειες, επιθυμίες, και συνειδητοποιούμε σκέψεις, ιδέες και έννοιες που προκύπτουν μέσα μας. Μορφώνονται μέσα μας απόψεις και συνδιαλλασσόμαστε μαζί τους όπως και με τα πρόσωπα με τα οποία επικοινωνούμε.
Δεν διαλέγουμε το DNA μας, τις ιδιαιτερότητες του εγκεφάλου μας, των ορμονικών μας λειτουργιών, τις προδιαθέσεις μας για σωματικές ασθένειες ή ψυχολογικές διαταραχές, τους ρυθμούς της σωματικής και ψυχικής μας ανάπτυξης και ωρίμανσης, τη μορφολογία του σώματός μας.
 
Μόνο ο Θεός γνωρίζει το πόσο και το γιατί είναι διαφορετικός σε υπαρξιακό και πνευματικό επίπεδο ο δικαστής από τον κατηγορούμενο, ο γιατρός από τον ασθενή, ο πρωθυπουργός από τον απλό πολίτη, ο πλούσιος από το φτωχό, ο ωραίος από τον άσχημο, ο έξυπνος από τον καθυστερημένο, ο χρήστης ναρκωτικών από τον συντηρητικό γονιό του.
Χρειαζόμαστε τους διπολικούς, αξιολογικούς χαρακτηρισμούς για να κρατήσουμε όρθιες τις συμβατικές, κοινωνικές και ηθικές μας δομές. Οι διαφορετικοί και οι αμφισβητίες στιγματίζονται ως προβληματικοί και σπρώχνονται στο περιθώριο. Οι ευυπόληπτοι και επιτυχημένοι ως έχοντες εξουσία προσπαθούν να επανεντάξουν τους "προβληματικούς" για να προστατέψουν το σύστημα και να καθησυχάσουν τη συνείδησή τους.
Ποια είναι η φύση της καλής και της κακής προαίρεσης; Ποιες είναι οι ρίζες της αμαρτωλής επιλογής; Γιατί η υπακοή είναι ευκολότερη για έναν πιστό από ότι για ένα άλλο; Τι είναι επιτέλους ο καλός άνθρωπος, το καλό συγκροτημένο υπεύθυνο και πνευματικό παιδί; Τι είναι αυτό που σπρώχνει κάποιον στην αντιδραστικότητα και την ανυπακοή; Τι είναι αυτό που σπρώχνει κάποιον στην πορνεία και τι είναι αυτό που του δίνει τη δυνατότητα να κάνει εγκράτεια;
Τι είναι αυτό που προσδιορίζει το αν θα πηγαίνω στην Εκκλησία ή στο μπαράκι; Τι είναι αυτό που με κάνει να προβάλλω τα θετικά χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς μου και τι να τα αποκρύπτω; Τι με κάνει να αποδέχομαι τις δογματικές αλήθειες και τι να τις αμφισβητώ; Τι με σπρώχνει στη νηστεία και τι στη βουλιμία; Γιατί ο διπλανός μου συγκεντρώνεται στα δρώμενα της εκκλησιαστικής ακολουθίας και το δικό μου μυαλό πετάει σε χίλια δυο ασήμαντα και ανόητα πράγματα; Γιατί κάποιος μπορεί να προσφέρει με χαρά αγάπη στους συνανθρώπους του και κάποιος άλλος τα θέλει όλα για τον εαυτό του;
Πόση φτώχεια, εθελοτυφλία και εμπάθεια κρύβεται πίσω από τον πρόχειρο διαχωρισμό των ανθρώπων σε καλούς και κακούς, αμαρτωλούς και αγίους, πνευματικούς και κοσμικούς, σωσμένους και απολεσμένους, σε αξιόλογους και ασήμαντους;
Οι ανθρωπιστικές επιστήμες ρίχνοντας φως στα κίνητρα της ανθρώπινης συμπεριφοράς υποδεικνύει ότι υπάρχουν πολλοί παράγοντες γενετικοί, βιολογικοί, ψυχολογικοί και περιβαλλοντικοί που επηρεάζουν τη δυνατότητα της ελεύθερης επιλογής. Ενώ για την ποιμαντική θεολογία αρκεί να θέλει κανείς να εφαρμόσει το θέλημα του Θεού στη ζωή του και τότε μπορεί να το κάνει.
 
Η καλή προαίρεση όμως δεν είναι αρκετή για να βοηθήσει τον πιστό να εφαρμόζει σε κάθε περίσταση το θέλημα του Θεού. Άλλωστε η Χάρη του Θεού σπάνια γίνεται τόσο αισθητή ώστε να προσδιορίζει με τη δυναμική της την ανθρώπινη συμπεριφορά.
Καλή προαίρεση δεν είναι η πρακτική δυνατότητα αποφυγής της αμαρτίας και ορθοπραξίας.
Καλή προαίρεση είναι η πνευματική φλόγα που διατηρείται άσβεστη μέσα στον άνθρωπο ως διάθεση κοινωνίας με τον Θεό. Η καλή προαίρεση υπάρχει ως ροπή, διάθεση, τάση, έφεση, κλίση προς την υπακοή στο Θείο θέλημα, προς την Αγάπη του Θεού και του συνανθρώπου. Είναι ένας θείος σπόρος, δώρο από το Θεό ίσως η ίδια η εικόνα του Θεού η οποία δεν μπορεί να σβηστεί από καμιά εγκόσμια συνθήκη. Αυτό το φως της θείας εικόνας ενεργεί μυστικά και φανερώνεται εκτάκτως κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες και ιδιαίτερα σε κρίσιμες περιστάσεις.
 
Ο άνθρωπος της καλής προαίρεσης δεν είναι ο "καλός" χριστιανός ο οποίος παρουσιάζει ένα σύνολο ευπρεπών και καταξιωμένων θεσμικά κοινωνικών συμπεριφορών. Ο άνθρωπος της καλής προαίρεσης δεν είναι ο τυπικός χριστιανός της αυτοδικαίωσης ο οποίος προσπαθεί να αυτοπροστατεύεται εντάσσοντας τον εαυτό του με το ζόρι στα πλαίσια της εκκλησιαστικής ηθικής. Ο άνθρωπος της καλής προαίρεσης δεν είναι αυτός που μπορεί να ελέγχει τις παρορμήσεις του και να υποτάσσεται σε καθωσπρεπικά μοντέλα συμπεριφοράς. Ο άνθρωπος της καλής προαίρεσης δεν αποζητά την αναγνώριση και το σεβασμό των άλλων μέσα από την υποταγή του στις απαιτήσεις κοινωνικών και ηθικών κανόνων.
Ο άνθρωπος της καλής προαίρεσης ζει ελεύθερα την κάθε στιγμή. Είναι αληθινός με τον εαυτό του και τους άλλους και δεν προσπαθεί να εξαπατήσει το Θεό για να σωθεί. Αναγνωρίζει τα λάθη και τις αδυναμίες του και οδηγείται από την ίδια του τη ζωή και από την ζωντανή προσωπική του σχέση με το Θεό και όχι από αφηρημένα, θεωρητικά, θρησκευτικά στερεότυπα. Το βασικό του κίνητρο δεν είναι να κατοχυρώσει πνευματικά το εγώ του ώστε να μειώσει την υπαρξιακή του αγωνία και ανασφάλεια. 
Όταν υπακούει στο θείο θέλημα το κάνει από αγάπη για τον Θεό και όχι από ανάγκη να στηρίξει τον εαυτό του. Όταν επιμένει να υπακούει τον Θεό ενώ είναι πνευματικά στεγνός το κάνει γιατί ποθεί τον Θεό και όχι επειδή ωφελιμιστικά και ψυχαναγκαστικά καταπιέζει τον εαυτό του. Όταν δεν υπακούει στο θέλημα του Θεού το κάνει γιατί έχει απομακρυνθεί υπαρξιακά από τον ζωντανό πνευματικό ορίζοντα του Θεού και δεν λειτουργείται στην καρδιά του το μυστήριο της Θείας παρουσίας. Δεν υπακούει όταν δεν ακούει μέσα του το Λόγο της θείας Αγάπης, όταν έχει αποξενωθεί από την Αγάπη. Σε μερικές περιπτώσεις η ανυπακοή μπορεί να είναι από υπαρξιακή άποψη ορθή στάση διότι ενώ οδηγεί στην αμαρτία διασώζει την αυθεντικότητα, την αληθινότητα και την ιερότητα της προσωπικής σχέσης με την Αλήθεια.
 
Όταν ο άνθρωπος ενώ βρίσκεται μακριά από τον ορίζοντα της θείας αγάπης συνεχίζει να υπακούει με εξωτερικό, επιφανειακό, μηχανικό τρόπο στο θέλημα του Θεού, το οποίο πλέον βιώνει ως εξωτερική επιταγή, τότε διαταράσσει τη σχέση του με την Αλήθεια. Τραυματίζεται μέσα του η αληθινότητα ως τρόπος υγιούς, εσωτερικής λειτουργίας. Καθώς συνεχίζει να υπακούει στα θρησκευτικά σχήματα χωρίς υπαρξιακή εγρήγορση και πνευματική λαχτάρα, μαραίνεται και αλλοιώνεται η σχέση του με τον Θεό και την Αλήθεια. Αυτό που κατορθώνει δεν είναι φωτισμός αλλά νεύρωση.
 

Η Αρετή δεν κατορθώνεται με τη βίαιη και ψυχαναγκαστική αποφυγή της αμαρτίας. Η αρετή είναι η φυσική αντανάκλαση της ταπείνωσης, είναι το άλως της ταπείνωσης. Είναι καρπός της αβίαστης συντριβής του εγωκεντρισμού μέσα στην εμπειρία της Χάρης του Θεού. Η βιωτή εκτός εαυτού μέσα στην πληρότητα της Θείας Αγάπης.
 
Η συντηρητική τήρηση του πνευματικού νόμου τροφοδοτεί την αυτοδικαίωση και την υποκρισία. Η συντριβή κάθε αυτοάμυνας και η φυσική αποδοχή της μηδαμινότητας ανοίγουν την προοπτική της αιωνιότητας. Οι εξουθενωμένοι αμαρτωλοί μπορεί να βρίσκονται πιο κοντά στη βασιλεία των ουρανών από τούς δικαιωμένους χριστιανούς διότι εμπνέονται από το προνόμιο της συντριβής.
 
Η αρετή δεν είναι πράξη ή συναίσθημα. Η αρετή είναι καρπός της πρόγευσης του θανάτου μέσα στη Χάρη. Η αποτυχία και η οδύνη μάς ελευθερώνουν από τα δεσμά της εγκοσμιότητας. Η οδύνη μας ελευθερώνει από την φιληδονία.
 
Δεν έχει ουσιαστική σημασία αν είναι κανείς καλός ή κακός αλλά αν είναι ειλικρινής και αληθινός με τον Θεό και τον εαυτό του. Η αληθινότητα είναι υγιές κριτήριο υπαρξιακού προσανατολισμού.
 
Ο χριστιανός μάταια προσπαθεί να επουλώσει το τραύμα της θείας Απουσίας με τη συμμόρφωσή του σε στερεότυπους κανόνες θρησκευτικής συμπεριφοράς. Ακολουθώντας αυτή την τακτική αντί να βιώνει την απομάκρυνσή του από το Θεό και να λαχταρά τη μετάνοια και την προσωπική του αναγέννηση, παραμυθιάζεται φαρισαϊκά με την ψευδαίσθηση ότι βρίσκεται στον σωστό δρόμο επειδή αποφεύγει την αμαρτία.
Αυτό που κατά τη γνώμη μου θα έπρεπε να φοβάται περισσότερο ο χριστιανός δεν είναι η αμαρτία. Διότι όποιος ζει στην ένταση της ζωντανής προσωπικής σχέσης με τον Θεό δεν ορέγεται την αμαρτία. Δεν επιθυμεί τα πράγματα του κόσμου. Δεν προσπαθεί να τα αποφύγει ενώ τα επιθυμεί. Η επιθυμία του είναι στραμμένη αλλού. Δε βασανίζεται από τη στέρηση. Ευφραίνεται από την θεία πλησμονή.
Αυτό που θα έπρεπε να φοβάται ο χριστιανός είναι η υποκρισία. Η ψευδαίσθηση ότι βρίσκεται στο δρόμο του Θεού επειδή και μόνο τηρεί τους τυπικούς κανόνες της εκκλησιαστικής ζωής. Οι καθωσπρεπικές συμπεριφορές ενισχύουν μέσα του την ψευδαίσθηση της αγαθότητάς και της αυτοδικαίωσης με συνέπεια να μην μπορεί να συναισθανθεί την πλάνη του.
 
Ενώ ο "αμαρτωλός" γνωρίζει ξεκάθαρα την αμαρτωλότητά του εφόσον παραβαίνει το θέλημα του Θεού ο "καλός χριστιανός" δεν μπορεί να δει το λάθος του και όσο "καλύτερος" γίνεται τόσο περισσότερο αυτοεπιβεβαιώνεται και βυθίζεται στον εγωκεντρισμό του. Είναι τραγικό να τον απομακρύνουν από το Θεό οι ίδιες οι επίμονες προσπάθειες που κάνει για να τον πλησιάσει. 
Και στο δρόμο της αρετής και στο δρόμο της αμαρτίας παρουσιάζονται αμέτρητες, συνεχείς προκλήσεις διαστροφής και αγιασμού. 
Αν αγαπάς άνευ όρων την Αλήθεια και χωρίς φόβο ακολουθείς αυτό που είναι αληθινό, ο ίδιος ο Θεός που είναι η απόλυτη Αλήθεια θα σε φλερτάρει με την Αγάπη Του και θα σε κατακτήσει.


Β΄Λυκείου Α΄ διαγώνισμα

Μαθήματα 5 και 15 από το βιβλίο Β΄Λυκείου
σ΄ αυτό το βίντεο υπάρχουν ερωτήσεις.... μόνο όσα είπαμε στην τάξη θα ζητηθούν. Εδώ υπάρχει βέβαια περισσότερο υλικό για όποιον θέλει να εμβαθύνε στο θέμα...





Σχετικά με την επί του Όρους Ομιλία:


Αν βάλετε " Η Βασιλεία του Θεού" στην αναζήτηση... θα βρείτε άλλη ανάρτηση με τη ...Μαριναλέδα!!!
καθώς και υλικό για τους Μακαρισμούς και τις Παραβολές.
 (μπορείτε επίσης να δείτε και τα σχετικά tags )







Ο θάνατος του Βολταίρου

ΒΟΛΤΑΙΡΟΣ ΚΑΙ…  ΣΕΡΒΟΥΛΟΣ 
    Ο  Βολταίρος, γάλλος φιλόσοφος, ήταν άθεος. Και ασεβής. Έβριζε τα θεία. Και βλασφημούσε. Έκανε τον έξυπνο. Και ποίο το κέρδος του;
    Το τέλος αυτού του ανθρώπου ήταν τρομερό: Ξεψυχώντας άρχισε να παραμιλάει με τρόπο φρικτό.
    -Με πιάνουν, φώναζε. Με τραβούν. Με σέρνουν μπροστά στον θρόνο του Θεού. Ο διάβολος προσπαθεί να με πάρει! Να η κόλαση!... Κρύφτε με. Κρύφτε με.
    Μέσα σε μια τέτοια αγωνία πέθανε ο «πατριάρχης της απιστίας»!
Η νοσοκόμος, μάλιστα, που τον περιποιόταν, βλέποντας το τέλος του τρομοκρατήθηκε. Και από τότε, όταν επρόκειτο να πάει σε άλλον ασθενή, ρωτούσε πρώτα να μάθει, μήπως ήταν άπιστος.
-Είδα το τέλος του Βολταιρου, έλεγε. Και δεν θέλω ποτέ πια, να ξαναδώ θάνατο άπιστου.
Πολλές φορές ο Θεός επιτρέπει, να βλέπομε (στον τρόπο πού πεθαίνουν μερικοί άνθρωποι) κάτι από την φρίκη, στην όποία πηγαίνει η ψυχή τους.
    Αλλά, δόξα τω Θεώ, δεν είναι όλοι «Βολταίροι».
    Πόσο όμως διαφορετικά είναι τα πράγματα στην περίπτωση άλλων! Εκείνων, που δεν αντιτάχθηκαν εωσφορικά στο θέλημα του Θεού. Αντίθετα το επόθησαν και το αναζήτησαν «εξ όλης της καρδίας», κάνοντας συνεχή προσευχή τους τα λόγια: «Ευλογητός ει, Κύριε, δίδαξόν με του ποιείν το θέλημά Σου...».
Στο ψυχωφελέστατο βιβλίο ΕΥΕΡΓΕΤΙΝΟΣ (Α΄ τόμος) βρίσκομε μια πολύ διδακτική διήγηση.
    Ο μεγάλος και σοφότατος διδάσκαλος της Εκκλησίας μας άγιος Γρηγόριος ο Διάλογος αναφέρει, ότι στα χρόνια του ζούσε στην Ρώμη ένας ανάπηρος άνθρωπος, που τον έλεγαν Σέρβουλο. Ζούσε ζητιανεύοντας σε κάποια γωνιά στον δρόμο, όπου τον μετέφεραν οι δικοί του.
    Ενώ όμως ήταν πάμπτωχος σε υλικά αγαθά, ήταν πάμπλουτος σε πνευματικές αρετές. Αυτό φαίνεται ολοκάθαρα από δύο περιστατικά:
    Το πρώτο είναι, ότι πολλές φορές έδινε ελεημοσύνη από... τις ελεημοσύνες πού του έδιναν, για να συντηρείται.
    Το δεύτερο είναι το έξής: Ο Σέρβουλος δεν ήξερε καθόλου γράμματα. Είχε όμως αγοράσει την αγία Γραφή. Και όσες φορές του έκαναν επίσκεψη διάφοροι ευσεβείς άνθρωποι, τούς παρακαλούσε να του διαβάζουν την άγία Γραφή.
    Aλήθεια, πόσους δεν ελέγχει με το παράδειγμά του ο Σέρβουλος; πόσοι από μας, που και γράμματα ξέρουμε και υγιείς είμαστε, δυσκολευόμαστε να ανοίξουμε ένα πνευματικό βιβλίο, γιατί... δεν ευκαιρούμε! Εύκολα όμως βρίσκουμε χρόνο (και πολύ χρόνο) για τηλεόραση, κουτσομπολιά και άλλες ανώφελες απασχολήσεις...
    Ακούγοντας, λοιπόν, ο Σέρβουλος συνεχώς τον λόγο του Θεού με πολλή προσοχή και ευλάβεια, κατάφερε να μάθει απ’ έξω την αγία Γραφή. Και η δύναμη του λόγου του Θεού φώτισε πλούσια τον νου και την καρδιά του. Και έτσι με ψυχική ανδρεία υπέμεινε την δοκιμασία του δ ο ξ ο λ ο γ ώ ν τ α ς νύκτα και ημέρα τον Θεό.
    Το πόσο ευαρέστησε στον Θεό με τον τρόπο της ζωής του, φαίνεται από το οσιακό του τέλος:
    Αναμένοντας την έξοδο της ψυχής του, παρακίνησε τους ανθρώπους που ήταν γύρω του, να σηκωθούν και να ψάλλουν μαζί του. Κάποια στιγμή σταμάτησε και τους είπε:
    -Σιωπάτε! Δεν ακούτε τους ύμνους, που αντηχούν από τον ουρανό;
    Και λέγοντας αυτά ελευθερώθηκε η ψυχή του από το σώμα. Και ελεύθερος πια από τα δεσμά της φθαρτής σαρκός, συμμετείχε (και συμμετέχει και θα συμμετέχει αιώνια) στην επουράνια αγγελική υμνωδία.
    Την ίδια στιγμή ο τόπος γέμισε από άρρητη ευωδία! Μια απόδειξη, ότι την ψυχή του αγίου Σέρβουλου την παρέλαβαν εκείνοι, που λίγο πριν τους άκουσε να ψάλλουν. Και η ευωδία αυτή διεχέετο στον αέρα μέχρι την ώρα πού ενταφιάστηκε το ιερό του λείψανο!
    Πραγματικά! Πόσο διαφορετική γεύση από τον θάνατο του άθέου Βολταίρου! Και τι αλήθειες ζωής αποκαλύπτουν με τον τρόπο τους οι θάνατοι αυτών των δύο, διαφορετικών σε «ψυχή» ανθρώπων!
ΔΙΔΑΞΟΝ ΜΕ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΣΟΥ
Αρχιμ.. ΣΑΒΒΑ ΔΗΜΗΤΡΕΑ 
Η  αμφίεση
     Δεν εισερχόμεθα στους Ναούς με οποιαδήποτε αμφίεση, ή με την αμφίεση της ώρας εκείνης που βρεθήκαμε μπροστά στο Ναό. Η ακατάλληλη αμφίεση δεν δείχνει σεβασμό ούτε εκτίμηση, αλλά μάλλον περιφρόνηση. Εάν κανείς δεν το νοιώθει αυτό και έχει αντίθετη άποψη, πρέπει να γνωρίζει ότι την ενδυμασία δεν την καθορίζουν οι επισκέπτες, αλλά ο Οικοδεσπότης. Αυτό συμβαίνει όχι μόνο στην Εκκλησία, αλλά και στην καθημερινή ζωή και πράξη. Εάν λοιπόν έτσι έχουν τα πράγματα, τι όφελος θ’ αποκομίσουμε από τις προσευχές μας, εάν με ακατάλληλη ενδυμασία εισέλθουμε στο Ναό;
    Ο Θεός βέβαια δεν έχει ανάγκη από τον τρόπο της αμφίεσης μας, διότι ενδιαφέρεται για την εσωτερική κατάσταση της ψυχής μας, αλλά εμείς έχουμε ανάγκη και πρέπει να παρουσιαστούμε με τρόπο που δείχνει το σεβασμό που κατά βάθος έχουμε και προς τον ιερό χώρο και προς τον Θεό. Μπαίνουμε με οποιαδήποτε αμφίεση, (π.χ. με κοντό παντελονάκι), στο γραφείο του Υπουργού ή του Στρατηγού για να ζητήσουμε μετάθεση του παιδιού μας;
    Μερικές μάλιστα γυναίκες εισέρχονται στους Ιερούς Ναούς με παντελόνια, με εξώπλατα, αμάνικα φορέματα ή σούπερ μίνι φούστες και έχουν σκοπό να κοινωνήσουν ή να εξομολογηθούν. Εφ’ όσον η Εκκλησία, βάσει της Αγίας Γραφής (Δευτερονόμιον κβ', 5), δεν δέχεται αυτή την αμφίεση, γιατί εσύ επιμένεις στην άποψή σου και θέλεις ο Θεός να αλλάξει το Νόμο Του; Γιατί θέλεις να σκανδαλίζεις με την αμφίεσή σου τον κόσμο; Δεν έχεις τόσες και τόσες ενδυμασίες για τις διάφορες ώρες και εποχές του έτους; Κάνε και μία η δύο ενδυμασίες για τον Χριστό και την Παναγία! Αξίζει τον κόπο και θα έχεις και ευλογίες!
    Εάν πάντως θελήσεις από εσωτερική ανάγκη να μπεις στο Ναό να προσευχηθείς με ακατάλληλη ενδυμασία, μην εισέρχεσαι μέσα στον κυρίως Ναό. Σταμάτα στον πρόναο ή Νάρθηκα. Άναψε το κερί σου κάνε εκεί την προσευχή σου και ο Θεός, που βλέπει την εσωτερική σου διάθεση, το σεβασμό σου αυτό, αλλά και την ανάγκη σου, θα σε ακούσει και θ’ ανταποκριθεί περισσότερο στα αιτήματά σου.
ΛΑΤΡΕΥΤΙΚΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ
Πρεσβ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΟΥΓΙΟΥΜΤΖΟΓΛΟΥ

Εργασίες στο μάθημα για τι νέα χρονιά 2016-2017


Μπορείτε  να δείτε ιστοσελίδες για βοήθεια στις εργασίες σας.
Κυρίως για τις Θρησκείες.
Στο τελος υπάρχει ένα ιστιλόγιο που μπορείτε να βρείτε ανασκευή πολλών αντιχριστιανικών απόψεων.
http://digitalschool.minedu.gov.gr/ και http://dschool.edu.gr/    http://dschool.edu.gr/p61cti/wp-content/uploads/2015/09/dsA4flyer.pdf
http://www.oodegr.com                                /oode/thriskies/thriskies.htm
http://www.oodegr.com                              /oode/anatolikes/anatolikes.htm
http://users.sch.gr//andrianop/
καθώς και του δραστήριου και καλού συνεργάτη Αλέξανδρου Γκίκα από Καρδίτσα: 
http://professeur-alex.blogspot.com/ 
2622683/%CE%98%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%BA%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%B9%CE%BA%E1%BD%B4-%CE%BA%CE%B1%E1%BD%B6-%E1%BC%A0%CE%B8%CE%B9%CE%BA%E1%BD%B4-%E1%BC%90%CE%B3%CE%BA%CF%85%CE%BA%CE%BB%CE%BF%CF%80%CE%B1%CE%B9%CE%B4%CE%B5%CE%AF%CE%B1
http://e-theologia.blogspot.com/
 4.Πανελήνια Ένωση Θεολόγων  όπου στην ενότητα Δραστηριότητες - Εκπαιδευτικό υλικό θα βρούμε περιεχόμενο για εκπόνηση σχεδίων εργασίας κ.λπ. http://www.petheol.gr

 5.Οι θεολόγοι Κρήτης με αξιόλογο υποστηρικτικό υλικό και για διαδραστικούς πίνακες. 
http://theologoi-kritis.sch.gr

 6.Κείμενα απο την Πατρολογία, Παλαιά και Καινή Διαθήκη αλλά και Αρχαίους Έλληνες συγγραφείς στο πρωτότυπο κ.ά. 
http://patrologia.narod.ru/index.htm

 7.Υλικό για το Μάθημα των Θρησκευτικών με κείμενο - μετάφραση της Θείας Λειτουργίας, του Ακάθιστου Ύμνου κ.ά., αλλά και για όλα σχεδόν τα υπόλοιπα Μαθήματα. 
http://mathima.gr/education/yliko/index.php
 8.Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, ένα μνημειώδες έργο απαραίτητο για κάθε έρευνα.http://misha.pblogs.gr/2010/10/h-mnhmeiwdhs-thrhskeftikh-kai-hthikh-egkyklopaideia-sto-diadikty.html

 9.Οι Ιεροί κανόνες, το Πηδάλιον. 
http://www.kenef.phil.uoi.gr/dynamic/bookfull.php?Book_ID=14936&contents=

 10.Μυστικοί της Ορθόδοξης Εκκλησίας. 
http://www.ellopos.gr/mystics/default.asp

Περιηγηθείτε στο δικτυακό τόπο της ΨΗΦΙΑΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ
και θα βρείτε υλικό για την διαπολιτισμική εκπαίδευση,
 την προσχολική αγωγή, τη δια βίου μάθηση, την ειδική αγωγή κ.λπ.,
 Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Εκπαίδευση και Δια βίου μάθηση (2007-2013)»,
 αλλά και παλαιότερα 1997-2006 Β' και Γ' ΚΠΣ «Εκπαίδευση και
Αρχική Επαγγελματική Κατάρτιση» (ΕΠΕΑΕΚ)


http://www.apologitis.com/gr/ancient/epist.htm  για κάθε αντίθετο θέμα!!

Διευκρίνηση

Πολλά κείμενα δεν είναι δικά μου, έτσι θα έχουν το όνομα του/της συγγραφέως και  ανάλογα τον ιστοτόπο προέλευσής τους, για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας. Άνκαι δεν παίρνω άδεια πρώτα, πάντα ευχαριστώ και τους είμαι ευγνώμων όσων εργασίες χρησιμοποιώ, Μπορείτε όλοι βέβαια να πάρετε οτιδήποτε από το υλικό που αναρτώ. "Δωρεάν ελάβετε δωρεάν δότε"...

Καλή και δημιουργική η νέα σχολική χρονιά 2016-2017






Πολλές ευχές για τη  νέα προσπάθειά μας και καλωσόρισμα στους καινούργιους  μαθητές/τριες